Εκτακτη τηλεδιάσκεψη των ευρωπαίων υπουργών Υγείας συγκάλεσε το μεσημέρι της ερχόμενης Παρασκευής η κυπριακή προεδρία της ΕΕ «για την αντιμετώπιση της πρόσφατης έξαρσης του Εμπολα στην Κεντρική Αφρική και τη συζήτηση περαιτέρω μέτρων ετοιμότητας και συντονισμού μεταξύ των κρατών – μελών». Είναι κι αυτό ενδεικτικό της ανησυχίας που προκαλεί στην Ευρώπη η επιδημία που έχει ήδη προκαλέσει περισσότερα από 1.100 ύποπτα κρούσματα (τα 282 επιβεβαιωμένα) και 247 ύποπτους θανάτους (οι 42 επιβεβαιωμένοι) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και μικρό αριθμό κρουσμάτων στη γειτονική Ουγκάντα.
Ο συναγερμός που σήμανε την Κυριακή στην Ιταλία, όταν εντοπίστηκαν ύποπτα συμπτώματα σε ιταλό πολίτη που επέστρεψε πρόσφατα από το Κονγκό, αποδείχθηκε αβάσιμος: το τεστ για Εμπολα ήταν αρνητικό. Τα ελάχιστα διεθνή ρεπορτάζ που φτάνουν όμως από το επίκεντρο της επιδημίας επιβεβαιώνουν πως, δύο εβδομάδες αφότου ο ΠΟΥ κήρυξε διεθνή υγειονομικό συναγερμό, η διεθνής κινητοποίηση εξακολουθεί να υπολείπεται της ταχύτητας με την οποία εξαπλώνεται ο ιός και ελάχιστα εμπόδια ανακόπτουν τη μετάδοσή του. Είναι ήδη η τρίτη μεγαλύτερη επιδημία Εμπολα που έχει καταγραφεί ποτέ. Και εκτιμάται ότι ο ιός κυκλοφορούσε απαρατήρητος έως και για τρεις μήνες, οπότε η πραγματική της έκταση πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία.
Δεν υπάρχουν άλλωστε συγκεκριμένες θεραπείες ούτε διαθέσιμα εμβόλια για το σπάνιο στέλεχος Μπουντιμπούγκιο, το οποίο ευθύνεται για τη σημερινή έξαρση. Ο διεθνής οργανισμός CEPI ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει περίπου 60 εκατ. δολάρια στη Moderna και δύο ακόμη φορείς για την επιτάχυνση της ανάπτυξης εμβολίων. Προς το παρόν, πάντως, ο ανταποκριτής των «New York Times» που βρέθηκε σε έναν θάλαμο νοσηλείας για ασθενείς με Εμπολα στο Μονγκμπάλου, μία απομονωμένη μεταλλευτική πόλη 150.000 κατοίκων στην επαρχία Ιτούρι του Κονγκό, όπου εκτιμάται ότι ξεκίνησε η επιδημία, είχε να περιγράψει μόνο ελλείψεις, οργή και απελπισία.
Ο δημοσιογράφος είδε στον στενό και ετοιμόρροπο θάλαμο ένα πεντάχρονο αγόρι πάνω σε ένα γυμνό στρώμα, με ένα χαρτομάντιλο σφηνωμένο στη μύτη για να σταματήσει την αδιάκοπη αιμορραγία. Ο πατέρας του στεκόταν από πάνω του, με βλέμμα γεμάτο αγωνία. Λίγα κρεβάτια πιο πέρα, βρισκόταν το άψυχο σώμα μιας 21χρονης. Είχαν περάσει επτά ώρες από τον θάνατό της. Καλυμμένη με ένα λεπτό σεντόνι, η σορός παρέμενε εξαιρετικά μεταδοτική. Κι όμως, σχεδόν κανείς στον θάλαμο δεν φορούσε προστατευτικό εξοπλισμό. Συγγενείς μπαινόβγαιναν μεταφέροντας φαγητό και νερό στους ασθενείς, επειδή το νοσοκομείο αδυνατεί να τους τα παρέχει. Κάποιοι φορούσαν λαστιχένια γάντια ή είχαν τυλίξει ένα κασκόλ γύρω από το στόμα τους. Οι περισσότεροι δεν λάμβαναν κανένα μέτρο προστασίας.
Επτά εργαζόμενοι του νοσοκομείου έχουν ήδη χάσει τη ζωή τους. Σχεδόν κανένας από τους υγειονομικούς δεν έχει λάβει εκπαίδευση για την αντιμετώπιση της νόσου, ενώ οι ελλείψεις ακόμα και στα πιο βασικά – διαγνωστικά τεστ, προστατευτικές στολές, γυαλιά, μάσκες, ακόμα και πόσιμο νερό – περιγράφονται ως δραματικές.
Η κατάσταση εκτός νοσοκομείου δεν είναι καλύτερη. Μπροστά στην εκτίναξη του αριθμού των θανάτων, πολλοί κάτοικοι της περιοχής στρέφουν την οργή τους εναντίον του. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η επιδημία είναι μια στημένη επιχείρηση κερδοσκοπίας. Αλλοι μιλούν για κατάρα. Ο ανταποκριτής των «NYT» βρήκε ένα εξαγριωμένο πλήθος μπροστά στην είσοδο του νοσοκομείου, την οποία φυλάσσουν ένοπλοι στρατιώτες. «Δολοφόνοι!», τους φώναξαν, θεωρώντας τους εργαζόμενους σε ξένη ανθρωπιστική οργάνωση. Δύο νύχτες νωρίτερα, άγνωστοι είχαν πυρπολήσει έναν θάλαμο απομόνωσης, λίγο αφότου οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ολοκλήρωσαν την εγκατάστασή του. Μέσα στο χάος, 18 ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα εγκατέλειψαν τις κλίνες τους και χάθηκαν στην πόλη, αυξάνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του ιού. «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τρομακτική κρίση», δήλωσε ο διευθυντής του νοσοκομείου. «Εμείς προσπαθούμε να τους σώσουμε και εκείνοι πιστεύουν ότι θέλουμε να τους σκοτώσουμε».








