Ρύθμιση – ανάσα για τις συντάξεις χηρείας, ώστε να μην υπάρξουν μειώσεις ή επιστροφές ποσών, φέρνει εντός του Ιουνίου στη Βουλή το υπουργείο Εργασίας, πιθανότητα σε μίνι ασφαλιστικό που θα περιλαμβάνει διατάξεις για τη βελτίωση της λειτουργίας των επαγγελματικών ταμείων.
Θα τεθεί, έτσι, ένα τέλος σε ένα ακανθώδες θέμα που ταλαιπωρεί χρόνια τώρα τους δικαιούχους των συντάξεων χηρείας. Στόχος της επερχόμενης ρύθμισης είναι να προστατεύσει από περικοπές τις συντάξεις χηρείας, μετά την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη χορήγηση μιας μόνο εθνικής σύνταξης σε όλους τους συνταξιούχους.
Ετσι, μετά την απόφαση του ΣτΕ που επανέφερε στο προσκήνιο τον κανόνα της «μιας εθνικής σύνταξης», το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης επιλέγει να κινηθεί νομοθετικά, ώστε να μην υπάρξουν μειώσεις από 50 έως και 350 ευρώ τον μήνα, ούτε αναδρομικές απαιτήσεις για ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Οπως έγραψαν «ΤΑ ΝΕΑ», η επίμαχη διάταξη επανέφερε στο προσκήνιο παλαιότερη εγκύκλιο περί σώρευσης εθνικών συντάξεων, που, αν και ψηφισμένη, δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση 699/2026 του ΣτΕ επαναφέρει στο προσκήνιο τη λεγόμενη «εγκύκλιο Τσακλόγλου», με την οποία προβλεπόταν ότι στις περιπτώσεις λήψης δύο συντάξεων, είτε από διαφορετικά δικαιώματα (γήρατος και χηρείας) είτε από ίδιο δικαίωμα (δύο συντάξεις γήρατος), θα καταβάλλεται μία εθνική σύνταξη με το εκάστοτε πλήρες ποσό.

Δηλαδή ένας συνταξιούχος λόγω γήρατος που λαμβάνει εθνική σύνταξη 446,87 ευρώ και εθνική σύνταξη λόγω χηρείας 312,80 ευρώ (στο 70% της εθνικής σύνταξης του θανόντος), θα πρέπει να λαμβάνει μόνο την εθνική σύνταξη γήρατος και η εθνική σύνταξη χηρείας να καταργηθεί.
Εάν εφαρμοστεί «κατά γράμμα» η πρόσφατη διάταξη του ΣτΕ, θα πρέπει εφεξής οι δικαιούχοι περισσότερων της μιας συντάξεων να περιοριστούν σε μία μόνο εθνική σύνταξη, που σημαίνει ότι όσοι λαμβάνουν συντάξεις χηρείας θα εισπράττουν εθνική σύνταξη από τη δική τους, που είναι η πρώτη σύνταξη, και μόνο το ανταποδοτικό τμήμα που θα τους αναλογεί από τη δεύτερη, λόγω θανάτου τού ή τής συζύγου.
Αυτό θα οδηγούσε σε περικοπές των ποσών που λαμβάνουν οι περίπου 200.000 συνταξιούχοι λόγω θανάτου και συνοδεύεται από την αξίωση αναδρομικών από 15.000 έως 30.000 ευρώ. Παράλληλα επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον νόμο Κατρούγκαλου το ύψος των συντάξεων των δικαιούχων που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα (σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο) θα έπρεπε να μειωθεί κατά 50% (από το 70% στο 35%) σε περίπτωση ανάληψης εργασίας ή συνταξιοδότησης. Η περικοπή έπρεπε να είχε εφαρμοστεί από το 2020 σε όλους. Ωστόσο εφαρμόστηκε μόνο στις συντάξεις που προέρχονται από τον δημόσιο τομέα και τον ΟΓΑ. Ενώ οι συντάξεις χηρείας του ιδιωτικού τομέα συνέχισαν να καταβάλλονται κανονικά.
Επιστροφή στο 70%
Η λύση που επεξεργάζεται το υπουργείο Εργασίας προβλέπει την επαναφορά των συντάξεων χηρείας στο 70% αντί του 35% της σύνταξης των θανόντων, την οποία λαμβάνουν τώρα οι επιζώντες σύζυγοι.
Η λύση δεν θα περιέχει την επιστροφή αναδρομικών ποσών για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα – για το μεσοδιάστημα κατά το οποίο δεν εφαρμόστηκε η διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου.
Στον ιδιωτικό τομέα δεν θα υπάρξουν επιστροφές και αναδρομικά αφού δεν εφαρμόστηκε ο νόμος, αλλά θα καταργηθούν οι αναδρομικές περικοπές από τις συντάξεις χηρείας που έπρεπε να κοπούν και δεν κόπηκαν μετά το 2019. Παράλληλα σχεδιάζεται να παραμείνουν στο ακέραιο οι δύο εθνικές συντάξεις που καταβάλλονται σε συνταξιούχους οι οποίοι λαμβάνουν τη δική τους σύνταξη γήρατος και τη σύνταξη χηρείας και η περικοπή να εφαρμοστεί σε λίγες περιπτώσεις, όταν ο συνταξιούχος λαμβάνει από ίδιο δικαίωμα δύο συντάξεις και σύνταξη χηρείας.








