Το έχουμε πλέον εμπεδώσει εδώ και δεκαετίες. Εκτός από τη σωματική βία υπάρχει και η λεκτική βία. Δεν ασκείται μόνο κατά προσώπων. Ασκείται και κατά των δημοκρατικών θεσμών. Και το πρόβλημα δεν είναι η έκφραση αγανάκτησης του απλού πολίτη κατά του κράτους, των πολιτικών, των κομμάτων, της Βουλής ή όποιου άλλου. Το σημαντικό είναι όταν η λεκτική βία κατά των δημοκρατικών θεσμών εκφέρεται από τους ίδιους τους πολιτικούς.
Οταν δηλαδή ο δημόσιος λόγος κατακλύζεται από επιθέσεις και ύβρεις κατά των αντιπάλων, των θεσμών και των καθιερωμένων διαδικασιών. Δεν είναι τυχαίο ότι στο λεξιλόγιο της Πολιτικής Επιστήμης εμφανίζεται προσφάτως ο όρος trash talking democracy (Stokes Susan, Why Elected Leaders Subvert Democracy, Journal of Democracy, αρ. 2, Απρίλιος 2026). Δημοκρατικό ξεκατίνιασμα είναι μία από τις μεταφράσεις που θα βρείτε αν το γκουγκλάρετε.
Ο όρος περιγράφει κατ’ αρχάς την υπόσκαψη της εμπιστοσύνης προς τη δημοκρατία που προκαλεί η εξαχρείωση του δημόσιου λόγου και της κομματικής αντιπαράθεσης. Επιπλέον όμως αναλύει πώς αυτού του είδους ο λόγος υιοθετείται συνειδητά και εμπρόθετα από πολιτικούς για να απαξιώσει συγκεκριμένους θεσμούς και διαδικασίες όταν θεωρούν ότι εμποδίζουν την επίτευξη κάποιου στόχου τους. Χαρακτηριστικά πεδία μελέτης αυτών των φαινομένων είναι χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Ουγγαρία του Ορμπαν κ.ά. Και στη χώρα μας όμως συναντάμε όλο και πιο συχνά ανάλογες συμπεριφορές με προτιμώμενους στόχους εσχάτως τους δικαστές και κορύφωση τις επιθέσεις που δέχτηκαν στην υπόθεση των Τεμπών.
Είναι προφανές ότι η λεκτική βία και το trash talking αποτελούν κεφάλαιο του γενικότερου προβλήματος της οξύτατης πολιτικής και συναισθηματικής πόλωσης που εκδηλώνεται σε πολλές δυτικές κοινωνίες. Πρόβλημα που με τη σειρά του συνδέεται με την ποιότητα της δημοκρατίας και τη γνωστή διαπίστωση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία βρίσκεται σε φάση οπισθοχώρησης. Στη δημοκρατία υπάρχει μια υγιής και αναγκαία μορφή πολιτικής πόλωσης που οργανώνει την κοινωνική διαλεκτική, εξασφαλίζει αντιπροσώπευση στις αντιτιθέμενες ταξικές και πολιτισμικές δυνάμεις, προσφέρει ιστορικότητα στις επιμέρους πολιτικές παρατάξεις. Στην εποχή μας όμως, όλο και περισσότερο, επικρατεί μια τοξική πόλωση που εκμηδενίζει τον εποικοδομητικό ρόλο του κομματικού ανταγωνισμού, παράγει κοινωνική εχθροπάθεια, στερείται οραμάτων για το μέλλον, υποσκάπτει την αποτελεσματική διακυβέρνηση των χωρών.
Στην Ελλάδα την περίοδο της χρεοκοπίας ζήσαμε μια τέτοια κατάσταση πληρώνοντας το αντίστοιχο κόστος. Εκτοτε προσπαθούμε να ανακτήσουμε τις οικονομικές απώλειες, αλλά υποτιμούμε και παραβλέπουμε τις πολιτικές. Οχι μόνο την παραμένουσα τοξικότητα, αλλά και τη διάχυτη αποθάρρυνση, την έλλειψη εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς που ουσιαστικά είναι έλλειψη εμπιστοσύνης στις ίδιες μας τις δυνάμεις. Και αυτό παρά τα μεγάλα και ουσιαστικά βήματα που έγιναν σε πολλούς τομείς, όπως η γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας και η δημοσιονομική σταθερότητα.
Η τοξική πόλωση είναι μια απειλή που πρέπει να συνυπολογίσουμε τώρα που ανοίγει η προεκλογική φάση, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές. Το μείζον θέμα θα είναι ασφαλώς η κυβερνησιμότητα στην οποία θα κληθούν να απαντήσουν όλα τα θεσμικά κόμματα, το καθένα με τον δικό του τρόπο. Τα ίδια αυτά κόμματα έχουν όμως την ευθύνη να συμβάλουν κατά την προεκλογική περίοδο ώστε η τοξικότητα, είτε κληρονομημένη είτε διαρκώς τροφοδοτούμενη από τις δήθεν «αντισυστημικές» φωνές, να μην επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο. Κοντολογίς, κυβερνησιμότητα και εξορθολογισμός του κομματικού ανταγωνισμού αλληλεπιδρούν και αλληλενισχύονται. Αντιθέτως, η αχαλίνωτη τοξικότητα θα τραυματίσει ακόμα περισσότερο τους δημοκρατικούς θεσμούς και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της δημοκρατίας να λύνει τα προβλήματα της ζωής τους.
Το ζήτημα αφορά πρωτίστως τον κόσμο που παρακολουθεί τα αντιπολιτευτικά κόμματα γιατί αυτός έχει συσσωρεύσει μια συναισθηματική απογοήτευση από τη διάψευση των προσδοκιών που επένδυσε κατά την περίοδο της χρεοκοπίας στην αντιμνημονιακή υπόσχεση. Αυτός ο κόσμος έμεινε ακαθοδήγητος μετά το 2019, οι πολιτικοί του ηγέτες, αντί να του προσφέρουν μια πειστική ιστορική και πολιτική ερμηνεία της εθνικής μας περιπέτειας, επιδόθηκαν σε μια δαιμονοποίηση του αντιπάλου, με ακραία τοξικότητα και φτηνή προπαγάνδα. Κυριολεκτικά trash talking democracy που δεν έπεισε ούτε τους δικούς τους, όπως φάνηκε στις εκλογές του 2023-2024 και τη μετέπειτα διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτός ο χώρος σήμερα αναδεύεται και πάλι με την εμφάνιση δύο νέων κομμάτων. Ποια μπορεί να είναι η επίδρασή τους; Δεν αναφέρομαι στα ποσοστά και στους συσχετισμούς. Αναφέρομαι στο πολιτικό κλίμα και στον δημόσιο λόγο που εδώ μας ενδιαφέρουν. Από αυτή την άποψη, το κόμμα Καρυστιανού δεν νομίζω ότι μας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Ενας λόγος ακροδεξιού «αντισυστημισμού», με έντονες νότες ψεκασμού και συνωμοσιολογίας, είναι το πιθανότερο σενάριο. Αυτό που εκπλήσσει και ανησυχεί είναι ότι η ελληνική πολιτική ζωή περιλαμβάνεται ευθέως στην προσπάθεια επηρεασμού που επιχειρεί με ποικίλα μέσα το πουτινικό καθεστώς, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Διαφορετική είναι προφανώς η κουβέντα για το κόμμα Τσίπρα λόγω του προσωπικού βάρους και της πορείας του προσώπου. Αλλά και λόγω της αδιευκρίνιστης ακόμα επιλογής που θα κάνει.
Οι σχολιαστές εστιάζουν κυρίως στον ανταγωνισμό που θα έχει για τη δεύτερη θέση με τον Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ. Εξίσου όμως σημαντικό και αδιευκρίνιστο είναι αν θα διαφοροποιηθεί πολιτικά και αισθητικά ως προς τον αντιπολιτευτικό λόγο. Μία περίπτωση είναι να ενταχθεί απλώς στο γενικό αντιπολιτευτικό κλίμα του κραυγάζοντος «αντιμητσοτακισμού» και της γενικευμένης καταγγελίας. Μια άλλη όμως περίπτωση θα είναι να πολιτικοποιήσει τον αντιπολιτευτικό λόγο διαφοροποιούμενος από τον χύμα «αντισυστημισμό» και από τη μονομέρεια του πασοκικού λόγου που, κατά πολλούς, συχνά δικηγορεί αντί να πολιτεύεται. Είναι δυνατόν να υπάρξει ένας πιο «θεσμικός» Τσίπρας;
Δεν είναι πολλοί που το πιστεύουν, αλλά σε αυτή την περίπτωση θα ωθείτο και το ΠΑΣΟΚ να αναπροσανατολίσει τον λόγο του και την πολιτική του παρουσία. Υπό αυτή την έννοια, ο χαρακτήρας που θα πάρει η αντιπαράθεση Τσίπρα – Ανδρουλάκη αφορά το συνολικό πολιτικό σύστημα γιατί μπορεί να διευρύνει την περίμετρο των θεσμικών παικτών και της αντίστοιχης εκλογικής τους βάσης, σπρώχνοντας στο περιθώριο τις δυνάμεις και τους πρωταγωνιστές του ψεκασμένου «αντισυστημισμού» και της τοξικής πόλωσης.
Τελικά, στην εποχή της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας που ζούμε, η ποιότητα της δημοκρατίας και του δημόσιου λόγου πηγαίνει αντάμα με την κυβερνησιμότητα της χώρας. Ο εκφυλισμός και ο εκτραχηλισμός του κομματικού ανταγωνισμού, η απαξίωση του πολιτικού προσωπικού δεν μας επιτρέπουν να σηκώνουμε αδιάφορα τις πλάτες λέγοντας «δεν βαριέσαι, έτσι είναι στην Ελλάδα η πολιτική». Μια κοινωνία και ένα πολιτικό σύστημα που δεν μπορεί να συζητήσει τις μεγάλες προκλήσεις που έχουν μπροστά τους, κάποια στιγμή θα πληρώσουν τον λογαριασμό.
Υστερόγραφο. Ως γνωστόν, η Ελλάδα παράγει περισσότερους συνταγματολόγους και συνταγματικές αναθεωρήσεις από όσο μπορεί να καταναλώσει. Ας το θυμόμαστε γιατί ο τρόπος που ξεκίνησε η συζήτηση και η βροχή προτάσεων που εμφανίζονται ευτελίζουν συχνά το εγχείρημα.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο








