Θα μπορούσε η διαδρομή της Μαρίας Καρυστιανού από την κβαντική παιδιατρική στην κεντρική πολιτική σκηνή να γινόταν σενάριο; Θα μπορούσε, αλλά το δραματουργικό του ενδιαφέρον θα άρχιζε και θα τελείωνε στον χαμό της κόρης της, ίσως την πιο τραγική συνθήκη στην οποία μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος. Ολο το υπόλοιπο είναι εντελώς αναμενόμενο, χωρίς ουδεμία έκπληξη και καμία ανατροπή· διότι θεωρώ ότι η μεταπήδησή της στην πολιτική δεν πρόκειται για διαχείριση του απολύτως σεβαστού πένθους της. Απλά, το πένθος, όπως και κάθε μεγάλη συναισθηματική κρίση, παραμερίζει τα προσχήματα και αποκαλύπτει πλέρια τον ψυχισμό και την προσωπικότητα ενός ατόμου. Οπως, ας πούμε, τη φιλοδοξία. Και οι ακραία φιλόδοξοι χαρακτήρες είναι πολύ πληκτικοί στη δραματουργία.
Για τρία χρόνια η Μαρία Καρυστιανού ήταν στο απόλυτο απυρόβλητο. Τα όσια και τα ιερά της πατρίδας. Δημοσιογράφοι δέχθηκαν επιπλήξεις από την ΕΣΗΕΑ, επειδή «τόλμησαν» να διατυπώσουν προβληματισμό για τις κινήσεις της. Και άλλοι έχασαν τη δουλειά τους και μπήκαν στο στόχαστρο ομάδων κρούσης. Η «μάνα των Τεμπών» έγινε σύμβολο αγώνα, πηγή έμπνευσης καλλιτεχνών, «άρμα» της αντικυβερνητικής ρητορικής. Την πολιόρκησαν βουλευτές – κυρίως της Αριστεράς –, την περιέφεραν στο Κοινοβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο, της έδωσαν βήμα, την ανακήρυξαν σε «φωνή λαού, οργή Θεού».
Ηταν η μόνη που έχασε παιδί σε αυτό το τραγικό δυστύχημα; Οχι βέβαια, η οικογένεια Πλακιά θρηνεί τρία εικοσάχρονα κορίτσια. Ηταν αυτή που πόνεσε περισσότερο; Αλίμονο, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν ύβρις προς τους άλλους γονείς. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι μάλλον ήταν η πιο φιλόδοξη· και όχι, τόσο αφελής όσο αυτοί που επένδυσαν πολιτικά πάνω της.
Για να το πω στα ίσα, μια χαρά τους δούλεψε όλους. Τους άφησε να της στρώνουν το χαλί πιστεύοντας ότι αυτό θα πιστωθεί στο κόμμα τους, ενώ εκείνη προετοίμαζε το δικό της. Τους χρησιμοποίησε για να κάνουν τον προπομπό της και μετά τους πέταξε σαν την τρίχα από το ζυμάρι. Αφωνους τους άφησε και με την κιθάρα, από εκείνη τη συναυλία στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο χέρι.
Επέλεξε να στραφεί δεξιότερα της Δεξιάς, διότι από εκεί πίστευε ότι θα αλιεύσει τους περισσότερους «πιστούς». Και γράφω «πιστούς» και όχι «ψηφοφόρους» διότι τα προσωποπαγή πολιτικά κόμματα είναι κάτι σαν ιδεολογικές αιρέσεις όπου δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ γελοίου και σοβαρού. Δύο ημιξεχασμένοι ηθοποιοί, ένας ημιξεχασμένος πολιτικός κι ένας εντεταλμένος δημοσιογράφος φορώντας τι-σερτ με Ντοστογέφσκι, Τολστόι και Τσέχοφ και διαμαρτυρόμενος για τον αποκλεισμό της ρωσικής διανόησης (βρε, μόνο σε «Βυσσινόκηπο» δύο σου είχα αυτόν τον χειμώνα και έναν τον επόμενο) μια χαρά είναι για λαϊκή απογευματινή.
Η Μαρία Καρυστιανού απευθύνεται σε έναν κόσμο, όχι αμελητέο, που πιστεύει ότι με το να κατεβαίνει στους δρόμους και να φωνάζει μπορούν να αλλάξουν τα πάντα. Αισιόδοξο, αλλά ατελέσφορο και παλιακό. Γι’ αυτό, βλέποντας τη σχετική έρευνα στα προχθεσινά «ΝΕΑ», μου έκανε εντύπωση το ότι οι σημερινοί νέοι – στη συντριπτική τους πλειοψηφία – θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά δεν είναι σίγουροι ότι μπορούν. Καλώς ήλθατε στην πραγματικότητα, παιδιά. Εκεί όπου μπορούν να τελεσφορήσουν οι προσπάθειες. Το λέει κι ο ποιητής: «Για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή». Και οι πορείες δεν είναι δουλειά.








