Η Μέκκα της πολιτικής επικοινωνίας είναι η Μάντισον Αβενιου στη Νέα Υόρκη. Εκεί γεννιούνται οι ιδέες και μετά βρίσκουν στην καλύτερη εκδοχή μιμητές, στη χειρότερη αντιγραφείς. Μία από τις πιο κοινότοπες εκδοχές πολιτικών διλημμάτων είναι το «τηλεφώνημα στις τρεις τα ξημερώματα» που επιστράτευσε ο Πρωθυπουργός στο πρόσφατο συνέδριο της ΝΔ: «Αν έπρεπε, λοιπόν, να το πω με μια εικόνα, γιατί κάποιος να μας ξαναψηφίσει, ας σκεφτεί μόνο ότι αν το τριψήφιο τηλέφωνο χτυπήσει στις 3 το πρωί, ποιος θα το σηκώσει και τι θα πει σε έναν κόσμο αστάθειας και αβεβαιότητας;».
Τον Φεβρουάριο του 2008, η Χίλαρι Κλίντον τα είχε βρει σκούρα στις προκριματικές εκλογές για το χρίσμα των Δημοκρατικών απέναντι σε έναν άσημο πρωτοεκλεγμένο γερουσιαστή με το περίεργο όνομα Μπαράκ Ομπάμα. Η τηλεοπτική διαφήμιση της Κλίντον έλεγε: «Είναι 3 το πρωί και τα παιδιά σου κοιμούνται ασφαλή. Αλλά ένα τηλέφωνο χτυπάει στον Λευκό Οίκο και κάτι συμβαίνει στον κόσμο. Η ψήφος σου θα κρίνει ποιος θα απαντήσει στο τηλέφωνο». Δεν είναι σαφές εάν πρόκειται για κάποιον οκνηρό αμερικανό σύμβουλο σε αυτόματη μετάφραση ή για μπερμπάντη έλληνα συνάδελφό του που πιστεύει πως μόνο σε εκείνον μιλάει η τεχνητή νοημοσύνη. Πάντως, είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν έκανε καν τον κόπο να αλλάξει έστω την ώρα του τηλεφωνήματος.
Η ιδέα της μεταφοράς του στη σημερινή Ελλάδα είναι άστοχη για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα, η ιστορία – σίγουρα θα υπήρχε στο σκονισμένο εγχειρίδιο για πρωτοετείς επικοινωνιολόγους που ξεπατίκωσαν. Ενα ανάλογο «κόκκινο τηλέφωνο» είχε χρησιμοποιήσει πρώτος ο Ουόλτερ Μοντέιλ, δυο φορές, πρώτα απέναντι στον αντίπαλό του για το χρίσμα Γκάρι Χαρτ και μετά απέναντι στον Ρόναλντ Ρίγκαν – από τον οποίο συνετρίβη στην κάλπη. Η Χίλαρι δεν τα πήγε καλύτερα απέναντι στον Ομπάμα (ούτε και 8 χρόνια αργότερα όταν πάλι προέβαλλε συστηματικά τη διεθνή εμπειρία της για να χάσει από τον εξόφθαλμα άπειρο Ντόναλντ Τραμπ του 2016).
Δεύτερον, η σκέψη να βάλει κανείς ένα τηλέφωνο σε κεντρική θέση στην επικοινωνία του κ. Μητσοτάκη μοιάζει σχεδόν σαρδόνια, την ώρα που στη Βουλή αρνείται να εμφανιστεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενώ παρουσιάζεται άφωνος ο διοικητής της ΕΥΠ, ακριβώς για να προστατεύσουν ένα κεντρικά ελεγχόμενο σύστημα υποκλοπών, το οποίο παρακολουθούσε όλους εκείνους που θα μπορούσαν να δεχθούν το κρίσιμο τηλεφώνημα – από τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων μέχρι τον υπουργό Αμυνας.
Τρίτον, η επίκληση του «νυχτερινού τηλεφωνήματος» προσωποποιεί το εκλογικό δίλημμα και το μετατρέπει σε δίλημμα προσωπικής ηγεσίας. Υποθέτει, δηλαδή, ότι οι ψηφοφόροι θα ψήφιζαν σε μεγαλύτερα ποσοστά τον κ. Μητσοτάκη παρά τη ΝΔ. Αυτό ίσχυε σίγουρα το 2019. Τίποτα δεν στοιχειοθετεί πως εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως μια τέτοια επικοινωνιακή τακτική δεν προσθέτει τίποτα στο δεδομένο προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το προβάδισμά του έναντι όλων σε ό,τι αφορά τη διεθνή εμπειρία αναγνωρίζεται από το εκλογικό σώμα. Με τον πόλεμο στο Ιράν, τα ποσοστά της ΝΔ αμέσως ανέβηκαν. Εάν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα καθώς θα φτάνουμε στην κάλπη επικρατούν διεθνείς κίνδυνοι και εξωτερικές απειλές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κ. Μητσοτάκης ευνοείται. Οι ψηφοφόροι δεν χρειάζονται να τους θυμίζουν αυτά που ήδη ξέρουν. Αλλού είναι τα ευάλωτα σημεία του Πρωθυπουργού και γι’ αυτό η προβολή των προφανών πλεονεκτημάτων του μοιάζει περισσότερο με υπεκφυγή.








