Λίγο πριν από τις εκλογές του 2023, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητούσε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προχωρήσει, όπως έλεγε, στις «μεγάλες αλλαγές» που είχε ανάγκη η χώρα. Παρουσίαζε τότε το εκλογικό αποτέλεσμα ως επιβράβευση ενός «διαφορετικού υποδείγματος πολιτικής», αφήνοντας τους αντιπάλους του να διαγκωνίζονται για το «ρετιρέ της κεντροαριστερής πολυκατοικίας». Οι πολίτες, έλεγε, «ψηφίζουν για κυβέρνηση και όχι για αντιπολίτευση».
Τρία χρόνια μετά, οι «μεγάλες αλλαγές» αποδείχθηκαν μια μεγάλη πολιτική απάτη. Η κοινωνία ασφυκτιά από το κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση συνθλίβει τη νέα γενιά, οι ανισότητες διευρύνονται και η ανασφάλεια γίνεται μόνιμη συνθήκη. Το δήθεν «διαφορετικό υπόδειγμα» κατέληξε σε ό,τι πιο παλιό και φθαρμένο γνώρισε η μεταπολιτευτική Ελλάδα: αλαζονεία εξουσίας, πελατειακό κράτος, αδιαφάνεια, συγκάλυψη, παρακμή θεσμών. Το πολυδιαφημισμένο «επιτελικό κράτος» αποδείχτηκε ένας μηχανισμός συγκέντρωσης εξουσίας και παροχής προνομίων για ένα κλειστό σύστημα ημετέρων.
Εάν το 2023 υπήρχαν ακόμη αυταπάτες για ένα καλύτερο μέλλον με κυβέρνηση Μητσοτάκη, σήμερα αυτές έχουν απολύτως εξανεμιστεί. Το «Μητσοτάκης ή χάος» όπως και το ερώτημα «Ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τα ξημερώματα;» επιβεβαιώνουν ότι η στρατηγική της κυβέρνησης ενόψει εκλογών δεν βασίζεται πια στην κοινωνική αισιοδοξία και προοπτική, αλλά στον φόβο και την καταστροφολογία. Στην ψευδαίσθηση ότι, παρά τις αποτυχίες και τη διαφθορά, δεν υπάρχει εναλλακτική.
Η κοινωνία, ωστόσο, έχει ήδη μετακινηθεί. Η πλειονότητα των πολιτών δεν φοβάται πλέον την πολιτική αλλαγή. Τη θεωρεί αναγκαίο όρο για να μπορέσει η χώρα να αναπνεύσει ξανά. Μόνο που η ήττα της κυβέρνησης δεν αρκεί. Εκείνο που απαιτείται είναι η αλλαγή πολιτικής.
Σε αυτή την κατεύθυνση, θεμελιώδους σημασίας είναι η αμφισβήτηση του σημερινού κυρίαρχου οικονομικού και παραγωγικού μοντέλου, αυτού που αντιμετωπίζει ως περίπου φυσικό φαινόμενο τη διεύρυνση των ανισοτήτων, τον στραγγαλισμό της μισθωτής εργασίας, τη διάλυση της μεσαίας τάξης και την υπερσυγκέντρωση πλούτου.
Η κυβερνώσα Αριστερά οφείλει να επανατοποθετηθεί πειστικά για φορολογική δικαιοσύνη, προστασία της μισθωτής εργασίας, έλεγχο της ασυδοσίας των τραπεζών, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο με κοινωνικό και οικολογικό πρόσημο. Μια πολιτική που θα φέρει στο προσκήνιο νέα πρόσωπα και νέες κοινωνικές συμμαχίες, επιτρέποντας στη νέα γενιά να φανταστεί και πάλι το μέλλον της εντός της χώρας και όχι μακριά από αυτήν.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία του εγχειρήματος γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα: στη συγκρότηση μιας ευρείας προοδευτικής πλειοψηφίας με κοινωνική γείωση και καθαρό σχέδιο διακυβέρνησης, που θα θέσει τις βάσεις της ανατροπής και της διαφορετικής προοπτικής για τον τόπο.
Γιατί το κρίσιμο ζήτημα σήμερα δεν είναι ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την παρακμή, αλλά ποιος μπορεί να ξαναδώσει συλλογική αυτοπεποίθηση στον ελληνικό λαό. Ποιος μπορεί να πείσει ότι η νέα γενιά δεν είναι καταδικασμένη είτε στη μετανάστευση είτε σε μια ζωή μόνιμης επισφάλειας. Ποιος μπορεί να συγκρουστεί πραγματικά με ένα οικονομικό μοντέλο που μετατρέπει τη στέγη, την ενέργεια, ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο σε προνόμιο για λίγους.
Στις επόμενες εκλογές οι πολίτες δεν θα αναζητήσουν τον πιο οργισμένο αντίπαλο του Μητσοτάκη, αλλά εκείνον που μπορεί να δημιουργήσει ξανά αίσθηση μέλλοντος για όλες και όλους μας.
Η Αννα Παπαδοπούλου είναι δικηγόρος Αθηνών








