Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ιταλικής κυβέρνησης, το δημόσιο χρέος της Ιταλίας εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 138,6% του ΑΕΠ στα τέλη του 2026 και να ξεπεράσει το αντίστοιχο της Ελλάδας, που υπολογίζεται ότι θα διαμορφωθεί στο 136,8%. Ετσι, η Ιταλία θα φτάσει να έχει το μεγαλύτερο ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ στην ΕΕ μέχρι τα τέλη του έτους, κλείνοντας έναν κύκλο 16 ετών, κατά τα οποία η χώρα μας ήταν σταθερά «πρωταθλήτρια» στο χρέος.
Ενόψει της επιστροφής της Ιταλίας στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης, μιλήσαμε με τον επιφανή ιταλό οικονομολόγο Φραντσέσκο Σαρατσένο, αναπληρωτή διευθυντή του γαλλικού οικονομικού think tank OFCE, που υπάγεται στο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Παρισίου (Sciences Po Paris).
Ο λόγος δημόσιου χρέους της Ιταλίας προς το ΑΕΠ της αναμένεται να είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη στα τέλη του έτους. Πόσο ανησυχητικό είναι αυτό για την Ιταλία και κατά πόσο υπάρχει φόβος για μια νέα κρίση χρέους;
Η Ιταλία δεν βρίσκεται κοντά σε κρίση χρέους, ουσιαστικά για δύο λόγους. Πρώτον, διατηρεί σχετικά περιορισμένο δημοσιονομικό έλλειμμα και η κυβέρνηση Μελόνι, επιδιώκοντας να ενισχύσει την αξιοπιστία της απέναντι στην Ευρώπη, ακολουθεί από το 2022 μια ιδιαίτερα συνετή δημοσιονομική πολιτική. Δεύτερον, η ΕΚΤ δεν θα επιτρέψει να εκδηλωθεί νέα κρίση χρέους σε μια τόσο δύσκολη περίοδο για την ευρωπαϊκή οικονομία. Μετά την κρίση του 2010 – η οποία βρήκε απροετοίμαστους τους ευρωπαίους ηγέτες – δημιουργήθηκαν διάφοροι μηχανισμοί ώστε οι χώρες να προστατεύονται από τις πιέσεις των αγορών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ιταλία δεν πρέπει να ανησυχεί. Η αύξηση του χρέους, παρά τη συνετή δημοσιονομική πολιτική, είναι μία από τις πολλές συνέπειες της εξαιρετικά χαμηλής ανάπτυξης και παραγωγικότητας, μαζί με τη στασιμότητα των εισοδημάτων, τις χαμηλές επενδύσεις και την επιβράδυνση της καινοτομίας. Αυτοί είναι οι λόγοι που η Ιταλία θεωρείται σήμερα ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης. Οχι το χρέος.
Πώς επηρεάζει το δημόσιο χρέος την ιταλική οικονομία και τις ιταλικές επιχειρήσεις με διεθνή παρουσία; Σκέφτομαι τα παραδείγματα τραπεζών όπως η UniCredit, αυτοκινητοβιομηχανιών όπως η Fiat και εταιρειών ενέργειας όπως η Eni.
Οι ιταλικές επιχειρήσεις είναι θύματα, αλλά και συνυπεύθυνες στη δημιουργία του προβλήματος. Θύματα, επειδή υφίστανται τις συνέπειες της οικονομικής στασιμότητας, των υψηλών επιτοκίων, της αυξημένης φορολογικής επιβάρυνσης και της απουσίας ουσιαστικής βιομηχανικής πολιτικής. Συνυπεύθυνες, επειδή καθυστέρησαν να επενδύσουν στις καλές περιόδους, προτίμησαν να στηριχθούν σε βραχυπρόθεσμα οφέλη αντί να σχεδιάσουν το μέλλον και αντιστάθηκαν τόσο στην ψηφιακή όσο και στην πράσινη μετάβαση, αντί να τις αξιοποιήσουν ως ευκαιρία για καινοτομία και αύξηση της παραγωγικότητας. Ακόμη και σήμερα, ζητούν επιδοτήσεις για να προστατευθούν από τις υψηλές τιμές ενέργειας, αντί να πιέζουν την ιταλική κυβέρνηση να κατευθύνει τους περιορισμένους πόρους της χώρας προς τη μετάβαση.
Η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής οικονομίας ή μήπως η Γαλλία με τα μεγάλα ελλείμματα αποτελεί μεγαλύτερη απειλή για τη σταθερότητα;
Σήμερα τα δημόσια οικονομικά δεν συνιστούν κίνδυνο για τη σταθερότητα της ευρωζώνης. Υπάρχουν τα εργαλεία για την αντιμετώπιση των πιέσεων των αγορών και επαρκείς αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι χώρες πρέπει να θεωρήσουν πως έχουν λευκή επιταγή για ανεξέλεγκτη αύξηση των δαπανών. Ωστόσο, μέσα στα όρια της δημοσιονομικής σύνεσης, προτεραιότητα θα πρέπει να είναι οι επενδύσεις και η βιομηχανική πολιτική, όχι η εμμονή να μειωθούν το χρέος και το έλλειμμα κάτω από αυθαίρετα όρια. Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες τρέχουν. Η Ευρώπη οφείλει τουλάχιστον να περπατήσει.
Είναι η Ευρώπη προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει μια νέα οικονομική κρίση, δεδομένης της μεγάλης αβεβαιότητας που προκαλούν, μεταξύ άλλων, οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και ο αμερικανικός προστατευτισμός;
Η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι και φαίνεται ανίκανη να διαμορφώσει μια σοβαρή μακροπρόθεσμη στρατηγική ώστε να καλύψει το χάσμα με τους ανταγωνιστές της και να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταβάσεις. Δεν υπάρχει κοινή βιομηχανική πολιτική. Το ένα μεγαλόπνοο σχέδιο διαδέχεται το άλλο – θυμάται κανείς το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας»; – αλλά όλα παραμένουν συστηματικά υποχρηματοδοτημένα.
Υπάρχει επίσης μια εμμονική προσήλωση σε μέτρα όπως η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, τα οποία, αν και αναγκαία, δεν πρόκειται να αποδώσουν χωρίς μαζικές επενδύσεις. Κοινές βιομηχανικές πολιτικές, κοινός δανεισμός και πανευρωπαϊκά επενδυτικά προγράμματα δεν βρίσκονται καν στο τραπέζι της συζήτησης, ούτε βέβαια και μια μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας που θα επέτρεπε περισσότερες επενδύσεις. Ακόμη χειρότερα, μέρος της πράσινης ατζέντας εγκαταλείπεται, χωρίς να γίνεται κατανοητό ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα προέλθει από τις πράσινες τεχνολογίες και ασφαλώς όχι από τις στρατιωτικές δαπάνες.
Oλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που οι ανταγωνιστές μας σχεδιάζουν με ορίζοντα 10 ή 20 ετών και επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια στην έρευνα και ανάπτυξη, στις ψηφιακές και πράσινες υποδομές και στη στήριξη καινοτόμων επιχειρήσεων και νεοφυών εταιρειών. Την ίδια ώρα, η Ευρώπη – για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα της Ιταλίας – συζητά αν μια απόκλιση του ελλείμματος κατά 0,1% από το όριο του 3% αρκεί ή όχι για να εξέλθει η χώρα από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Η κοντόφθαλμη πολιτική κινδυνεύει να οδηγήσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα σε αδιέξοδο.








