Η υποχώρηση της έντασης ισχύος της ιδεολογίας έχει τα τελευταία χρόνια ανανοηματοδοτήσει την έννοια της πολιτικής. Πρακτικές που θεωρούνταν αυτονόητες υποχώρησαν, νέες αναδείχθηκαν και άλλες επιβιώνουν περισσότερο ως πολιτική παράδοση παρά ως ζωντανή διαδικασία. Κάπως έτσι εξελίσσονται πλέον τα κομματικά συνέδρια, μακριά από την κοινωνία, σε έναν κομματικό μικρόκοσμο όπου κάθε τοποθέτηση μεγεθύνεται για τη διασφάλιση ρόλων, αξιωμάτων και μελλοντικής πολιτικής επιβίωσης.

Στο πρόσφατο συνέδριο της ΝΔ παρακολουθήσαμε μια διαδικασία που επιχείρησε να εκπέμψει προς την κοινωνία την εικόνα μιας παράταξης με ενεργούς θεσμούς, εσωτερική συνοχή και εκλογική ετοιμότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, το συνέδριο εξυπηρέτησε πολύ διαφορετικές ανάγκες.

Τα απλά μέλη δήλωσαν κομματικό πατριωτισμό. Οι επίδοξοι διάδοχοι του Κυριάκου Μητσοτάκη φρόντισαν να καταγράψουν δημόσια τις επιφυλάξεις και τις διαφοροποιήσεις τους, ώστε σε μελλοντικό χρόνο να μπορούν να ισχυριστούν ότι «τα είχαν πει». Διότι στην πολιτική, όταν κάποιος δεν δικαιωθεί, κανείς δεν θυμάται τι είχε υποστηρίξει. Και βέβαια υπήρξε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τού «δεν είναι αυτό που νομίζετε», που επιχείρησε να εμφανιστεί δεκτικός στην κριτική, δηλώνοντας ότι και ο ίδιος θυμώνει με την ακρίβεια, υπονοώντας ότι «του αρέσουν οι παρατηρήσεις γιατί διορθώνεται».

Σε αυτό το πλαίσιο ακούστηκαν με ιδιαίτερη ένταση οι αγωνίες των στελεχών για τις αρχές και τις αξίες της ΝΔ, το ήθος και το DNA της παράταξης, καθώς και οι φόβοι για το ενδεχόμενο «κυβερνητικού ιδρυματισμού». Αυτές οι ανησυχίες καταγράφουν την πραγματικότητα που η κυβέρνηση επιλέγει να αγνοεί διότι εστιάζει την ανάλυσή της στη μεγάλη εικόνα των δημοσκοπήσεων όπου βλέπει μόνο την πρωτιά της ΝΔ και τη διαφορά της από το δεύτερο κόμμα. Επιλέγοντας τη βολική αυτή ανάγνωση, υποβαθμίζει την ουσιαστική εκλογική απειλή που είναι οι απώλειες προς τα δεξιά της. Εκεί όπου εντοπίζονται οι όμοροι ιδεολογικοί χώροι που αντλούν δύναμη από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ, οι οποίοι απομακρύνθηκαν μετά την κεντρώα στροφή του 2019.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να επιλέγει να υποβαθμίζει την πολιτική κινητικότητα που αναπτύσσεται στη δεξιά «μεσοτοιχία», αυτό όμως δεν την αναιρεί. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να έχει και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Ο εσωτερικός διχασμός στον χώρο της Δεξιάς θα μπορούσε να τιτλοφορείται ως «Βόρειοι και Νότιοι». Κόμματα με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ατζέντα λαϊκή, συντηρητική και συχνά αναχρονιστική παγιώνουν την πολιτική και πολιτισμική μετατόπιση της πόλης από πόλη εξωστρεφή και κοσμοπολίτισσα σε επαρχιακή μεγαλούπολη του Βορρά με αισθητική που παραπέμπει σε προηγούμενες δεκαετίες. Μια κουλτούρα που όσο παρήγε βολικά εκλογικά αποτελέσματα συντηρείτο στο όνομα της «παράδοσης» και της «αυθεντικότητας».

Σήμερα όμως η αντιμετώπιση της Βόρειας Ελλάδας ως εκλογικού μηχανισμού και λιγότερο ως πεδίου ουσιαστικής ανάπτυξης, θεσμικής ενίσχυσης και στρατηγικού σχεδιασμού όπου επιδιώκαμε συστηματικά τη διέγερση του θυμικού των πολιτών (βλέπε Μακεδονικό), αφήνοντας χώρο σε αλλότρια κέντρα επιρροής να αποκτήσουν παρουσία με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, επιστρέφει ως πολιτικό κόστος. Οι βουλευτές το βιώνουν και δεν μπορούν να το αποτρέψουν, το Μαξίμου ακούει;

Η Μαρία Καρακλιούμη είναι πολιτική αναλύτρια, CEO Spin Communications & SpearMind.AI

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail