Το νέο βιβλίο του Τζιμ Ουίντολφ με τίτλο «Πού έπρεπε να πάει η μουσική: πώς ο Μπομπ Ντίλαν και οι Μπιτλς άλλαξαν ο ένας τον άλλον – και τον κόσμο» διηγείται πώς το ροκ εντ ρολ μεταμορφώθηκε από ψυχαγωγία σε τέχνη. Το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά με την επίσκεψη που πραγματοποίησε το 2009 ο Μπομπ Ντίλαν στο σπίτι όπου μεγάλωσε ο Λένον, στο Λίβερπουλ, και τελειώνει με μια συνέντευξη που έδωσε ο ΜακΚάρτνεϊ το 2025. Στην πραγματικότητα, όμως, το βιβλίο διατρέχει όλη τη διαδρομή των θρύλων του ροκ εντ ρολ. Και δείχνει ότι το να μεγαλώνεις μπορεί να αποτελεί και μια απελευθερωτική εμπειρία. «Γιατί να αποσυρθώ;» αναρωτήθηκε ο ΜακΚάρτνεϊ σε μια συνέντευξή του, το 2009. «Για να καθίσω σπίτι και να βλέπω τηλεόραση; Οχι ευχαριστώ. Προτιμώ να παίζω μουσική».

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο βιβλιοκριτικός του Atlantic Ντέιβιντ Ούλιν πήγε για πρώτη φορά σε μια συναυλία του ΜακΚάρτνεϊ. Δεν ήταν ποτέ ο αγαπημένος του Μπιτλ, έβρισκε τα τραγούδια του κάπως εύκολα και ρηχά. Περίμενε να δει έναν γέρο που προσπαθεί να διαψεύσει τον χρόνο. Αντί γι’ αυτό, πήρε ένα θεμελιώδες μάθημα για το τι σημαίνει να είσαι ανθρώπινος. To μάθημα αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί αντοχή. ‘Η επιμονή. ‘Η μνήμη και απώλεια. Θυμήθηκε ότι ο Αντόρνο χαρακτήριζε το ύστερο ύφος «ρυτιδιασμένο, ακόμη και ρημαγμένο» και μιλούσε για έργα «χωρίς γλυκύτητα, πικρά και ακανθώδη», που «δεν παραδίδονται στην απλή τέρψη». Η περιγραφή αυτή, γράφει ο Ούλιν, ταιριάζει σίγουρα στον Μπομπ Ντίλαν, τόσο στη μουσική του όσο και στην προσωπικότητά του. Το ύστερο ύφος του ΜακΚάρτνεϊ, πάλι, βρίσκεται στα καινούργια νοήματα που δίνει επί σκηνής σε παλιότερα έργα.

Ο παλιός Μπιτλ δεν προσποιείται ότι είναι νέος, όπως κάτι άλλοι που κυκλοφορούν με βαμμένο μαλλί και λεοπαρδαλέ παντελόνι. Δεν αποφεύγει ασφαλώς τη νοσταλγία: στη συγκεκριμένη συναυλία έπαιξε το «Something» του Τζορτζ Χάρισον με ένα γιουκαλίλι που του χάρισε κάποτε ο κιθαρίστας, τραγούδησε το «I’ve got a feeling» κάνοντας ντουέτο με ένα βίντεο του Λένον, ερμήνευσε το «Maybe I’m amazed» που έγραψε για την πρώτη του γυναίκα, τη Λίντα, η οποία πέθανε το 1998. Προχωράει όμως πέρα απ’ αυτό, επανεπινοεί τη δουλειά του. Από την άποψη αυτή, θυμίζει στον αρθρογράφο του Atlantic τον 89χρονο Τόμας Πίντσον, που στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Shadow Ticket» (2025) μεταπλάθει πολλά από τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε σε προηγούμενα μυθιστορήματά του. Ή τον 84χρονο Πολ Σάιμον, που οι πρόσφατες συναυλίες του ξεκινούν με το τελευταίο του άλμπουμ («Seven Psalms»), για να συνεχίσουν με την παλιότερη μουσική του.

Οι καλλιτέχνες αυτοί, καταλήγει ο Ντέιβιντ Ούλιν, δεν έχουν απλώς πλήρη επίγνωση της ηλικίας τους. Εξακολουθούν να δημιουργούν με βάση τη σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Το τραγούδι «Rocket 88» (1951) των Αϊκ Τέρνερ και Τζάκι Μπρένστον θεωρείται από πολλούς η πρώτη ηχογράφηση του ροκ εντ ρολ. Επτά χρόνια αργότερα ηχογραφήθηκε στο Λίβερπουλ το «In Spite of All the Danger» από τους Quarrymen, που αργότερα θα μετονομάζονταν σε Μπιτλς: «Παρ’ όλο τον κίνδυνο / παρ’ όλα όσα μπορεί να γίνουν / θα κάνω τα πάντα για σένα / οτιδήποτε θέλεις από μένα / αν είσαι αληθινή μαζί μου». Oπως θα έλεγε πολύ αργότερα ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, «τότε πιστεύαμε ότι οι Μπιτλς θα κρατούσαν το πολύ δύο χρόνια». Η ιδέα ενός «ύστερου ύφους» στο ροκ εντ ρολ ήταν ασφαλώς αδιανόητη τότε. Σχεδόν επτά δεκαετίες αργότερα, πολλοί από τους παλιούς ρόκερ ανεβαίνουν ακόμη στη σκηνή, και το απολαμβάνουν, και αποθεώνονται. «Ο Ντίλαν και ο ΜακΚάρτνεϊ έχουν διατηρήσει την αφοσίωσή τους στην τέχνη ενώ διανύουν την ένατη δεκαετία τους», σημειώνει ο Τζιμ Ουίντολφ στο «Πού έπρεπε να πάει η μουσική». «Δεν μπορούν να είναι ποτέ σίγουροι για το αν έχουν χάσει αυτό που τους κάνει σπουδαίους, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν».

Και με τον τρόπο τους, τον μοναδικό τους τρόπο, μας δείχνουν πώς να γερνάμε με χάρη.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail