Το μέτρο για να κρίνουμε μια κοινωνία, είναι να δούμε πώς φέρεται στα παιδιά της, πώς, δηλαδή, αντιμετωπίζει το ίδιο της το μέλλον. Και ως προς αυτό η δική μας χώρα έχει αποτύχει παταγωδώς. Στην καλύτερη των περιπτώσεων αντιμετωπίζουμε τα παιδιά μας ως μελλοντικό αναλώσιμο υλικό· στην καλύτερη, ως περιττό βάρος. Τους στερούμε το μέλλον, σε μια χώρα μειωμένων προσδοκιών και γενικευμένης επισφάλειας, τα υποβάλλουμε στη συνεχή δοκιμασία αλλεπάλληλων εκπαιδευτικών «μεταρρυθμίσεων», τα πιέζουμε διαρκώς και ταυτόχρονα θέλουμε να μην μας ενοχλούν με τις όποιες εκρήξεις τους, παρότι διαρκώς επιμένουμε ότι εργαζόμαστε για αυτά.
Γιατί μπορεί να μεταφέρουμε στα 15, στα 16 και στα 17 χρόνια την ευθύνη να χαράξουν το μέλλον τους με βάση τις σχολικές επιδόσεις τους, την ίδια ώρα που μια κυνική «αντεγκληματική» πολιτική επιδιώκει να αντιμετωπίσει τους εφήβους ως ενηλίκους, υποβοηθούμενη από την υπερπροβολή περιστατικών «παραβατικότητας», όμως όταν έρχεται η ώρα να μιλήσουμε για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – εκεί όπου φτιάχνουν κάποιες φορές τις δικές τους κοινότητες – σπεύδουμε να τους πούμε «στοπ, είστε πολύ μικρά και ανώριμα για να ποστάρετε στο Facebook».
Διαρκώς συζητάμε για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν αυτά τα παιδιά, για όλα τα τρομακτικά πράγματα που τα απειλούν αφού διαβούν την εξώπορτα του σπιτιού, αλλά την ίδια ώρα έχουμε την απαίτηση να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, εντός ενός εξοντωτικού ανταγωνιστικού πλαισίου, αυτού του πραγματικού εφιάλτη που είναι η προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις (και που για να προσθέσουμε προσβολή στο τραύμα, η μόνη εναλλακτική που δίνουμε είναι το χέρι βαθιά στην τσέπη για ένα ιδιωτικό «ανώτατο» εκπαιδευτήριο). Και, βέβαια, όταν έρθει η ώρα τα παιδιά αυτά να πουν ότι είναι διαφορετικά, ότι θέλουν να τους απευθυνόμαστε με άλλη αντωνυμία και άλλο όνομα, γνωρίζουν ότι τις περισσότερες φορές θα συναντήσουν την απόρριψη.
Βαυκαλιζόμαστε ότι απαντάμε σε όλα αυτά μηρυκάζοντας το «μα δεν τελειώνουν όλα στις πανελλήνιες», αποφεύγοντας να μιλήσουμε για το τι σημαίνει είσοδος στην αγορά εργασίας για κάποια που έχει απλώς ένα απολυτήριο Λυκείου (και ας μη γελιόμαστε, και ο αριθμός των υδραυλικών – του εναλλακτικού success story που διαρκώς επαναλαμβάνουμε – που χρειάζεται η χώρα και αυτός πεπερασμένος είναι). Υπερπροβάλλουμε «δράσεις» για τη συμπερίληψη αλλά τίποτε δεν κάνουμε για τις μικρές και μεγάλες βαναυσότητες που διαπερνούν την καθημερινότητα των σημερινών παιδιών. Γιορτάζουμε τα δικαιώματα των παιδιών και των εφήβων αλλά δεν συζητάμε για το ποια πραγματική πρόσβαση έχουν σε μηχανισμούς που θα τα εγγυηθούν.
Και βέβαια ζητάμε από τα παιδιά μας να έχουν ηθικούς κώδικες, αλλά την ίδια ώρα κάνουμε παντιέρα τον ανταγωνισμό, ως βασική αξία στη ζωή, διδάσκουμε με πολλαπλά παραδείγματα τον κυνισμό και επιβραβεύουμε τη δομική ανηθικότητα. Γι’ αυτό τον λόγο, ας καταλάβουμε ότι ο λυγμός που μας πνίγει όταν βλέπουμε παιδιά να «δραπετεύουν», παραδοχή ενοχής κατά βάθος είναι.







