Οταν κάποιος επιρρεπής νοσταλγεί τα «ωραία χρόνια», δεν γυρνάει σε κάποια κομματική νίκη, στην υπογραφή μιας ιστορικής συμφωνίας, σε μια εμβληματική μεταρρύθμιση ή στην ένταξή μας στο ευρώ. Επιστρέφει σχεδόν πάντα στο πιο αστραφτερό, το πιο αισιόδοξο ελληνικό καλοκαίρι του 21ου αιώνα: στη χρονιά που δεν προλαβαίναμε να πανηγυρίζουμε συμβολικές νίκες.
Από το «Πειρατικό» στην Πορτογαλία φτάσαμε συγκινημένοι στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και με κεκτημένη ταχύτητα, λίγους μήνες μετά, βγήκαμε στους δρόμους για το «Number One» στη Γιουροβίζιον. Εχουν περάσει από τότε πάνω από είκοσι χρόνια – και αυτή η πεποίθηση πως τίποτα κακό δεν μπορεί να μας συμβεί, πως έχουμε μπει για τα καλά στο κλαμπ των ισχυρών και κανείς δεν μας κουνάει, έχει προ πολλού εξαφανιστεί. Η ανάμνηση της αίσθησης, όμως, παραμένει, και βοηθάει στη σύγκριση: όταν βγήκαμε από τα Μνημόνια, κανείς δεν ζητωκραύγασε. Οταν τελείωσαν οι καραντίνες, κανείς δεν χειροκροτούσε. Κανένας από όσους έζησαν τις ένδοξες μέρες δεν ξέχασε πώς νιώθεις όταν κερδίζεις – και τίποτα από όσα ακολούθησαν έκτοτε δεν θύμιζε νίκη.
Ενας έξυπνος επικοινωνιολόγος, ειδικά κάποιος που δουλεύει για το κόμμα που επενδύει περισσότερο στην κανονικότητα ως αφήγημα, δεν μπορεί να μην είδε την ευκαιρία που ξεδιπλώνεται μπροστά του από τη συγκυρία και τις συνθήκες: ο Κρίστοφερ Νόλαν γύρισε τη μισή του «Οδύσσεια» στην Πελοπόννησο, η Εμιλι φεύγει από το Παρίσι και θα ξεκινήσει την επόμενη σεζόν της στη Μύκονο. Σε λίγες μέρες, το ΟΑΚΑ θα φιλοξενήσει τους τελικούς της Ευρωλίγκας, με δεδομένη την ελληνική παρουσία. Το Σάββατο που πέρασε οι Metallica τραγούδησαν «Τρύπες» στην Αθήνα και την Τρίτη ο εξαιρετικός Ακύλας «έπαιξε λύρα» με αναφορά στην Ελενα Παπαρίζου – οδεύει στον τελικό του Σαββάτου ως ένα από τα φαβορί. Μήπως θα μπορούσαν αυτές οι συμβολικές επιτυχίες να πιστωθούν στην επταετία μιας κυβέρνησης που η αντιπολίτευση περιγράφει ως συμμορία;
Αν δεν είχε προηγηθεί η προηγούμενη δεκαπενταετία, η επικοινωνιακή συνταγή θα ήταν όντως άχαστη: η ανάγκη να νιώσουμε πως η μεγάλη περιπέτεια τελείωσε και οι κόποι ανταμείφθηκαν παραμένει απίστευτα ισχυρή, αρκετή για να κρατήσει μια κυβέρνηση βουτηγμένη στα σκάνδαλα μακριά, για την ώρα, από τη λαβή της Ιστορίας. Η νοσταλγία, όμως, δεν είναι στρατηγική – ούτε για εκείνους που εγείρουν το συναίσθημα για να ξεχαστούν τα ατοπήματά τους ούτε για όσους άλλους κάνουν σημαία τους περασμένες εποχές και επιτυχίες, για να σπρώξουν τα σημερινά τους εγχειρήματα. Εξω από τα όρια του ελληνικού καλοκαιριού που μόλις ξεκινάει, πέρα από τη μύτη μας, ποιος έχει σταματήσει να μετράει προκλήσεις, ποιος ποντάρει στη γεωπολιτική σταθερότητα; Ποιος θεωρεί πως η επέλαση της Ακροδεξιάς έχει κρατήσει το δυτικό μέτωπο αρραγές; Και ποιος πιστεύει πραγματικά ότι το 2026, εν μέσω κακοδιαχείρισης και θεσμικών ακροβασιών, μπορεί να θυμίζει έστω και λίγο τους ανοιχτούς ορίζοντες και τις αμέτρητες δυνατότητες μιας χώρας που δεν γνώριζε πότε θα της έρθει ο λογαριασμός;
Η ελληνική κοινωνία είναι μαθημένη να αναγνωρίζει τις μεταξωτές κορδέλες. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η αισιοδοξία έχει χάσει την δύναμή της, πως δεν είναι μεταδοτική – συνεχίζει να αποδεικνύεται κινητήριος δύναμη για τις προοδευτικές δυνάμεις που κατάφεραν να την ενσωματώσουν, προσδίδοντάς της πολιτικά χαρακτηριστικά. Αν συνεχίσουν να αγνοούν τη δύναμή της, αν επιμένουν να την παραδίδουν αμαχητί στους απέναντι, στην αντιπολίτευση απλώς πυροβολούν τα πόδια τους.







