Το ΝΑΤΟ έχει μπει αν όχι σε διαδικασία αποσύνθεσης (μετά τις δηλώσεις/ενέργειες του προέδρου Ντ. Τραμπ) οπωσδήποτε όμως σε μετασχηματισμό άγνωστης κατάληξης. Αυτό θέτει τεράστια προβλήματα για την Ευρώπη και ακόμη περισσότερα για την Ελλάδα. Καθώς το ΝΑΤΟ λειτούργησε ως ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο ασφάλειας για τις δύο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία. Τις πειθαρχούσε στην τήρηση ορισμένων κανόνων συμπεριφοράς για την αποφυγή της κλιμάκωσης της μεταξύ τους έντασης σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση. Ως γνωστόν, η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία εντάχθηκαν στη Συμμαχία το 1952 προκειμένου να θωρακίσουν την ασφάλειά τους απέναντι στην (τότε) σοβιετική απειλή, καθώς είχε ήδη αρχίσει ο Ψυχρός Πόλεμος αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο μπλοκ.
Αλλά στο υπόβαθρο της ένταξης των δύο χωρών υπήρχε και η προσδοκία ότι το ΝΑΤΟ θα λειτουργούσε ως πλαίσιο που θα απέτρεπε τη μεταξύ τους πολεμική σύγκρουση. Στην περίπτωση της Ελλάδας η διάσταση αυτή έγινε δραματικά εμφανής το 1974. Στις 14 Αυγούστου μετά τη δεύτερη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο (Αττίλας 2) η κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή απέσυρε την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας δηλώνοντας ότι «το ΝΑΤΟ απεδείχθη ανίκανο να παρεμποδίσει την Τουρκία από την εξαπόλυση νέας βάρβαρης και απρόκλητης επίθεσης κατά της Κύπρου (…). Το ΝΑΤΟ δεν έχει επομένως λόγο ύπαρξης και δεν μπορεί να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο συνεστήθη αφού δεν μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο μεταξύ δύο μελών του…».
Βεβαίως το 1980 η Ελλάδα επανήλθε πλήρως στη Συμμαχία (στρατιωτικό σκέλος). Και έκτοτε λίγο-πολύ λειτούργησε ως αποτρεπτικός συντελεστής ανοιχτής πολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο χώρες, παρά τις διάφορες ενστάσεις της Ελλάδας για τη μη εφαρμογή του άρθρου 5/ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Ωστόσο, όπως υποστήριζε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, με τις δύο χώρες στο ΝΑΤΟ «είχαμε μόνο μια αληθινή κρίση με την Τουρκία, αυτή στα Ιμια. Αλλη κρίση δεν είχαμε». Και μολονότι το ΝΑΤΟ δεν είχε ουσιαστικές δυνατότητες για να παρέμβει για αποτελεσματική διευκόλυνση της επίλυσης της αντιπαράθεσης δύο κρατών-μελών του, προχώρησε ωστόσο στη θέσπιση ενός μηχανισμού εκτόνωσης (deflection mechanism) που βοήθησε στην αποτροπή ακραίας κλιμάκωσης.
Η υπονόμευση επομένως της αξιοπιστίας του πλαισίου του ΝΑΤΟ, πολύ περισσότερο η αποσάθρωσή του ως αποτέλεσμα της πολιτικής των ΗΠΑ σημαίνει ότι Ελλάδα και Τουρκία για πρώτη φορά μετά το 1952 δεν θα βρίσκονται σ’ ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο ασφάλειας και δεν θα δεσμεύονται από κοινούς κανόνες συμπεριφοράς. Αν και η δυστοπική αυτή κατάσταση δεν πρόκειται να προκύψει αύριο, (μπορεί να) είναι εξόχως επικίνδυνη για την Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που η Ελλάδα έχει μονομερώς αυξήσει/ενισχύσει τα εναλλακτικά καθεστώτα/πλαίσια ασφάλειας με χώρες όπως ΗΠΑ, Ισραήλ, ΗΑΕ.
Βλέποντας τον μακροστρατηγικό ορίζοντα για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και τη σταθερότητα της περιοχής, είναι επιτακτικό Ελλάδα και Τουρκία να βρίσκονται σε κοινό καθεστώς/πλαίσιο ασφάλειας και να δεσμεύονται από κοινούς κανόνες. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο η Ευρωπαϊκή Ενωση θα μπορούσε να προσφέρει αυτό το πλαίσιο. Εάν η Τουρκία (ή και η Ελλάδα) λειτουργεί εντελώς ελεύθερα (ως loose canon), θα έχουμε επιδείνωση της κατάστασης (που δεν αποκλείει τον πόλεμο).
Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ. Την Τρίτη 26 Μαΐου, στις 18.30, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20) παρουσιάζεται το νέο βιβλίο του «Πέρα από τα Στερεότυπα»







