Αποτελώντας την πιο ανθεκτική μορφή ρατσισμού, ο αντι-εβραϊσμός σημαίνει την άκριτη εχθρότητα εναντίον μιας ομάδας ανθρώπων με βάση τα φανταστικά ταυτοτικά γνωρίσματα που της αποδίδονται. Εξ αυτού, η ύπαρξη και η διατήρηση της ιουδαιοφοβίας απαιτεί την αντικατάσταση της αλήθειας από τη συνωμοσιολογία και τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας μέχρι αυτή να συμφωνήσει με τις μυθοπλασίες που δικαιώνουν τη συγκεκριμένη εχθροπάθεια. Την παράνοια αυτού του μίσους την έχει εκφράσει με τον πιο εύστοχο τρόπο το γνωστό εβραϊκό ανέκδοτο που κυκλοφόρησε την εποχή τής υπόθεσης Ντρέιφους και επιβίωσε ακόμα και μέσα στα ναζιστικά στρατόπεδα:
Ενας αντισημίτης ισχυρίστηκε ότι οι Εβραίοι φταίνε για όλα τα δεινά του κόσμου.
Η απάντηση ήταν: «Ναι, οι Εβραίοι και οι ποδηλάτες».
«Γιατί οι ποδηλάτες;» ρωτά ο ένας.
«Γιατί οι Εβραίοι;» απαντά ο άλλος.
Το ανέκδοτο αυτό φωτίζει το γεγονός ότι ο αντισημιτισμός, όντας ουσιωδώς ανορθόλογος τρόπος ερμηνείας του πραγματικού, δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια πολιτική άποψη ανάμεσα στις άλλες. Ετσι, παραμένει ασύμβατος με τις δημοκρατικές αρχές και αξίες.
Σε αντίθεση με τις αμιγώς προσωπικές προτιμήσεις και γούστα, η πολιτική άποψη, δηλαδή η κρίση που εκφέρεται επί ζητήματος δημόσιου ενδιαφέροντος, αντλεί την «αντικειμενικότητά» της από τη γνώση της γεγονικής αλήθειας. Ελλείψει γνώσης των πραγματικών συμβάντων, η άποψη αυτοαναιρείται, εφόσον μετατρέπεται σε ερμηνεία πλασματικών δεδομένων. Ακριβώς γι’ αυτό, η διαμόρφωσή της αξιώνει την ανεμπόδιστη ενημέρωση που είναι εφικτή στη δημοκρατία.
Συνάμα, η αμεροληψία τής κρίσης εδράζεται στην εξέταση των διαφορετικών θέσεων γύρω από το ίδιο ζήτημα. Αυτό συνεπάγεται ότι η άποψη, προϋποθέτοντας την ικανότητα μετατόπισης στις άλλες οπτικές γωνίες, καλεί σε ανταλλαγή επιχειρημάτων με στόχο την εξεύρεση συναινέσεων, μέσω της πειθούς. Διασφαλίζοντας την ακηδεμόνευτη διαμόρφωση της γνώμης, η θεσμική κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου επιτρέπει τη λογομαχία υπό όρους ισοτιμίας και αμοιβαίου σεβασμού, οριοθετώντας κανονιστικά τη διαφωνία.
Συγκροτημένο από μυθεύματα και προκαταλήψεις, το συνωμοσιολογικό σύμπαν του αντισημίτη υποτάσσει την πραγματικότητα στο μανιχαϊστικό του αφήγημα. Η εχθροπαθής μεροληψία του εκλαμβάνεται ως αντικειμενική αλήθεια, η διαφωνία ως κακοβουλία και η εβραϊκότητα ως ενοχή. Ετσι, ακυρώνονται οι όροι του δημοκρατικού διαλόγου: ο λόγος δεν αποβλέπει στη συνομιλία, αλλά χρησιμοποιείται ως όπλο εναντίον στόχων, ενώ η πολιτική δράση νοείται ως βιαιοπραγία.
Με ή χωρίς φυλή, ο αντισημιτισμός αποτελεί μια ακραία μορφή ρατσισμού. Υπερβαίνοντας τη γνωστή ρατσιστική αξίωση υποδούλωσης του «ανομοιογενούς» άλλου, στοχεύει είτε στη συμβολική του εξάλειψη (μέσω της απο-εβραιοποίησης, όπως εννοείται στον χριστιανισμό, τον εθνοφυλετισμό ή τον μαρξικό αντιεβραϊσμό, αντίστοιχα) είτε στη φυσική του εξόντωση (ναζισμός, σύγχρονος ριζοσπαστικός αντισιωνισμός).
Σύγχρονη έκφανση της ιουδαιοφοβίας, ο αντισυστημικός αντισιωνιστής θέτει τη μεταμοντέρνα ηθικιστική θυματολαγνεία του στην υπηρεσία του ισλαμοπαλαιστινισμού. Επικαλύπτοντας την ιστορική απαιδευσία του με μονομερείς αναλύσεις του παλαιστινιακού ζητήματος, αφήνοντας την προκατάληψη να υπαγορεύει την ευαισθησία του και αντλώντας τα σλόγκαν του από την ισλαμιστική προπαγάνδα, ανάγει τον αντιεβραϊσμό σε έμβλημα ηθικής ανωτερότητας και τον άκριτο φιλοπαλαιστινισμό σε απόδειξη δημοκρατικού φρονήματος.
Ο «Εβραίος» ταυτίζεται τώρα με τον απάνθρωπο «λευκό» σιωνιστή, ώστε η δαιμονοποίηση συνεχίζεται με «πολιτικούς» όρους, καθιστώντας το Ισραήλ τον «Εβραίο» ανάμεσα στα κράτη. Το πλοίο «Εξοδος» δεν συμβολίζει πλέον τα εθνικο-απελευθερωτικά προτάγματα της Γαλλικής Επανάστασης. Επανανοηματοδοτείται ως αποικιοκρατική εισβολή, ενώ τα ψευδο-Πρωτόκολλα της Σιών επικαιροποιούνται. Μέσω των λεγόμενων εννοιολογικών «αλμάτων», η συμμαχία με τις ΗΠΑ γίνεται εξουσίαση των ΗΠΑ από το Ισραήλ. Ετσι, σε συμφωνία με τη Χαμάς, αναβιώνει η χιτλερική ερμηνεία του σιωνιστικού κινήματος ως ένδειξης της επιδίωξης των Εβραίων να συγκεντρώσουν σε ένα κράτος τις συνωμοτικές τους δράσεις για παγκόσμια κυριαρχία. Ομοίως, εκσυγχρονίζονται όλα τα πατροπαράδοτα αντι-εβραϊκά μυθεύματα και στερεότυπα: συκοφαντία του αίματος (σφαγή των παιδιών), μισανθρωπία (κράτος apartheid), πολεμοκαπηλία.
Κλασικά αντισημιτική, η εχθροπάθεια του στρατευμένου αντισιωνιστή δεν διαψεύδεται από την πραγματικότητα, εφόσον μετατρέπει τα γεγονότα σε μέσον επιβεβαίωσης των προκαταλήψεών του. Για παράδειγμα, αντί, ως «προοδευτικός», να καταγγείλει τη μοίρα που επιφυλάσσουν οι ισλαμιστές στα μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ, παρουσιάζει τη θεσμική κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους στο Ισραήλ ως ένδειξη υποκρισίας («pinkwashing»). Κυρίως όμως αποδέχεται την απαράδεκτη σχετικοποίηση και αποεβραιοποίηση του Ολοκαυτώματος, φθάνοντας μέχρι τη βλάσφημη αντιστροφή του (καταγγελία του Ισραήλ ως γενοκτονικού ναζιστικού κράτους).
Απο-βιολογικοποιημένος, ο ριζοσπαστικός αντισιωνισμός καταλήγει στο ανεστραμμένο είδωλο της χιτλερικής δαρβινοποίησης της ιουδαιοφοβίας. Με άλλα λόγια, η αρχή της επιβίωσης του ισχυρού και του αφανισμού του αδύναμου τώρα αντιστρέφεται, και τη θέση της ανελέητης ναζιστικής φύσης την καταλαμβάνει, μια «σωτηριολογική» βούληση που επιτάσσει την εξόντωση του απάνθρωπου «ισχυρού» χάριν της επιβίωσης του αγιοποιημένου «ανίσχυρου»: «Από το ποτάμι ως τη θάλασσα». Εξολοθρευτικός, κατ’ ουσίαν, αυτός ο ενάρετος αντισημιτισμός υπερασπίζεται, στο όνομα ενός ακραίου αντιδυτικισμού, τους εκπροσώπους μιας θεοκρατικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας, επικροτώντας τα γενοκτονικής πρόθεσης εγκλήματα της Χαμάς ως πράξεις ηρωικής αντίστασης.
Είναι γούστο σου να μη σου αρέσουν οι Εβραίοι ή οι Λάπωνες. Απλώς, μην ασχολείσαι μαζί τους, όπως εγώ δεν προτιμώ το σπανακόρυζο. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα! Είναι απολύτως θεμιτό να επικρίνεις, βάσει αντικειμενικής ενημέρωσης, τις πολιτικές μιας ξένης κυβέρνησης, όπως και να διαδηλώνεις εναντίον τους.
Ομως, το να προπαγανδίζεις το ιδεολογικό σου μίσος εναντίον αθώων ανθρώπων, στοχοποιώντάς τους, να μποϊκοτάρεις επιχειρήσεις, να βεβηλώνεις συναγωγές και κοιμητήρια, και να κραυγάζεις συνθήματα υπέρ του αφανισμού ενός ολόκληρου λαού, δεν εμπίπτει ούτε στην ελευθερία της έκφρασης ούτε στα όρια του δημοκρατικά ανεκτού πολιτικού ακτιβισμού. Είναι προγραμματικός ρατσισμός, συγκαλυμμένος από τα πλουμίδια ενός μισάνθρωπου ανθρωπισμού και αήθους ηθικισμού, ασύμβατου με τη συνύπαρξη υπό συνθήκες πολιτικής ελευθερίας.
Η Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου είναι ομότιμη καθηγήτρια Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών






