Η παγκόσμια οικονομία βαδίζει και πάλι σε μια λεπτή ισορροπία. Παρότι δεν βρίσκεται ακόμη στο χείλος μιας γενικευμένης ύφεσης, οι ενδείξεις επιβράδυνσης πληθαίνουν και τα περιθώρια ασφάλειας στενεύουν. Μετά την ισχυρή ανάκαμψη της περιόδου μετά την πανδημία, η διεθνής συγκυρία εισέρχεται σε μια φάση αυξημένης αβεβαιότητας, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι περιοριστικές νομισματικές πολιτικές συνδυάζονται με τρόπο δυνητικά αποσταθεροποιητικό.

Η τελευταία βασική πρόβλεψη του ΔΝΤ εξακολουθεί να εκτιμά ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί περίπου κατά 3,1% το 2026, ρυθμός χαμηλός αλλά όχι υφεσιακός. Ωστόσο, στο δυσμενές σενάριο του ΔΝΤ, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να υποχωρήσει κοντά στο 2%, εάν επιδεινωθεί το ενεργειακό σοκ στη Μέση Ανατολή – επίπεδο που προσεγγίζει μια παγκόσμια ύφεση με τα κριτήρια του ΔΝΤ.

Ο σημαντικότερος κίνδυνος προέρχεται από την ενέργεια. Η συνεχιζόμενη κρίση στον Περσικό Κόλπο έχει επαναφέρει το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης ενεργειακής διαταραχής. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δεν λειτουργεί μόνο ως ένας άμεσος φόρος στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά και ως παράγοντας αύξησης του κόστους παραγωγής. Η εμπειρία της δεκαετίας του 1970 υπενθυμίζει ότι τέτοιου είδους διαταραχές μπορούν να οδηγήσουν σε στασιμοπληθωρισμό, έναν συνδυασμό χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού που δυσχεραίνει τη χάραξη οικονομικής πολιτικής.

Παράλληλα, ο πληθωρισμός αποδεικνύεται πιο επίμονος από ό,τι αναμενόταν αρχικά. Αν και έχει υποχωρήσει από τα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών, παραμένει πάνω από τους στόχους των κεντρικών τραπεζών. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής. Οι αγορές ήδη προεξοφλούν ένα σενάριο υψηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει τις επενδύσεις, την αγορά ακινήτων και τη χρηματοδότηση των κρατών, ιδίως εκείνων με υψηλό δημόσιο χρέος.

Ιδιαίτερα ευάλωτη εμφανίζεται η ευρωπαϊκή οικονομία. Η ευρωζώνη συνδυάζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και σχετικά περιορισμένη δημοσιονομική ευελιξία. Η βιομηχανική παραγωγή σε μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία, παραμένει υποτονική, ενώ η κατανάλωση δεν έχει ανακάμψει πλήρως. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια μέτρια εξωτερική διαταραχή μπορεί να έχει δυσανάλογα αρνητικές επιπτώσεις.

Την ίδια στιγμή, οι αναδυόμενες οικονομίες αντιμετωπίζουν ένα διαφορετικό αλλά εξίσου σοβαρό σύνολο κινδύνων. Τα υψηλά επιτόκια σε δολάρια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους, ενώ οι αυξημένες τιμές ενέργειας και τροφίμων επιβαρύνουν τα ισοζύγια πληρωμών και την κοινωνική σταθερότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής κρίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να επιδεικνύουν ανθεκτικότητα, η κινεζική οικονομία διατηρεί θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η παγκόσμια αγορά εργασίας παραμένει σχετικά ισχυρή.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι αρνητικοί παράγοντες θα αποκλιμακωθούν ή θα ενταθούν. Εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις περιοριστούν και οι τιμές της ενέργειας σταθεροποιηθούν, η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αποφύγει τα χειρότερα. Αν, αντίθετα, η ενεργειακή κρίση παραταθεί και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμείνουν σφιχτές, τότε η μετάβαση από την επιβράδυνση στην ύφεση θα είναι δύσκολο να αποτραπεί.

Οι παγκόσμιες υφέσεις δεν προκύπτουν αιφνιδίως, αλλά ως αποτέλεσμα σταδιακής συσσώρευσης ανισορροπιών και εξωγενών διαταραχών. Σήμερα, πολλά από τα στοιχεία αυτά είναι ήδη παρόντα. Το αν θα συνδυαστούν και θα οδηγήσουν σε μια νέα διεθνή ύφεση θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, από την εξέλιξη των γεγονότων τους επόμενους λίγους μήνες.

Ο Γιώργος Αλογοσκούφης είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000