Πριν από 76 χρόνια, ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν εκφωνούσε την ομιλία που έμελλε να αλλάξει την ιστορία της Ευρώπης. Ισως ο ίδιος δεν το είχε συνειδητοποιήσει πλήρως, αλλά εκείνη την ημέρα, στεκόμενος μπροστά από το χρυσοποίκιλτο τζάκι της Αίθουσας του Ωρολογίου του ανακτόρου του Quai d’Orsay, της έδρας του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών, ο Ρομπέρ Σουμάν προεικόνιζε το μόρφωμα που επρόκειτο να εξελιχθεί στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση.
Γεννημένος στο Λουξεμβούργο, ο Jean-Baptiste Nicolas Robert Schuman, κατά το πλήρες όνομά του, είχε διπλή υπηκοότητα, γαλλική και γερμανική. Εμοιαζε, κατά κάποιον τρόπο, ο ιδεώδης άνθρωπος για να γιατρέψει τις χαίνουσες ακόμη πληγές της ηπείρου και να θέσει τέλος στη μακρόχρονη και αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών του. Και ο Σουμάν το πραγματοποίησε, τόσο αναδεχόμενος υψηλές κυβερνητικές θέσεις στη Γαλλία, όσο και διαγράφοντας πρώτος το περίγραμμα της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Ο Ρομπέρ Σουμάν πέθανε το 1963, σε ηλικία 77 ετών. Δεν πρόλαβε να δει την αργή διαμόρφωση της ενιαίας Ευρώπης, καθώς όταν πεθαίνει έχει υπογραφεί μόνον η Συνθήκη της Ρώμης (1957), με την οποία συστήνεται η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Μπορούμε, ωστόσο, να μπούμε στον πειρασμό να αναλογιστούμε τι θα σκεφτόταν, ίσως και τι θα έκανε, σήμερα, μέσα από την κληρονομιά του. Σε μια Ευρώπη αλλά και έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον στον οποίο είχε ζήσει.
Θα τον ικανοποιούσε, ασφαλώς, το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα και ο διάδοχός της, η ΕΟΚ, εξελίχθηκαν σε μια προωθημένη πολιτική ένωση. Θα τον απογοήτευε η επιστροφή του πολέμου στην ήπειρο, με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ενδεχομένως θα τον εξόργιζε η αδυναμία της Ευρώπης να αρθρώσει ουσιαστικό λόγο και να παίξει ενεργό ρόλο σε σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις, με κυριότερη την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Και θα τον αποκαρδίωνε, μάλλον μετά βεβαιότητος, η κατάπτωση των ΗΠΑ, τόσο αυτοτελώς όσο και σε σχέση με τους ευρωπαίους συμμάχους τους.
Η υπόθεση ότι ο Σουμάν θα έθετε στην προμετωπίδα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος την προώθηση και την εμπέδωση των δημοκρατικών αξιών, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της ειρήνης δεν μοιάζει καθόλου αβάσιμη. Οπως και το ότι το μέσο για τον σκοπό αυτό θα ήταν μια ενιαία ευρωπαϊκή διπλωματία, πολιτική, επιστημονική και πολιτιστική, η οποία θα έκανε τη διαφορά σε μια διεθνή σκηνή όπου κερδίζει ιλιγγιωδώς έδαφος ο κυνισμός με τον οποίο προωθούνται τα εθνικά συμφέροντα.
Είναι ίσως ακατανίκητος ο πειρασμός να πιθανολογήσουμε αν ο Ρομπέρ Σουμάν, με το αξιακό του φορτίο, θα είχε μία θέση στο σημερινό θεσμικό οικδόμημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Θα γινόταν ποτέ ο Ρομπέρ Σουμάν πρόεδρος της Κομισιόν, για παράδειγμα; Η απάντηση, είτε θετική είτε αρνητική, θα ήταν παρακινδυνευμένη, αν και ο Σουμάν, ως έμπειρος πολιτικός και διπλωμάτης και φυσιογνωμία της καταλλαγής και της συνεννόησης, θα πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να επιλεγεί ομόφωνα ως λύση έντιμου συμβιβασμού. Και αν έφτανε εκεί, δεν είναι βέβαιο αν θα το πετύχαινε, πάντως θα αναζητούσε μια διαφορετική θεσμική αρχιτεκτονική, κατά πάσα πιθανότητα με έμφαση σε περισσότερη ομοσπονδιοποίηση. Υπό την προϋπόθεση ότι θα συνομιλούσε με ηγέτες παρόμοιους με εκείνους της εποχής του, όπως ο Αντενάουερ, ο Ντε Γκωλ και ο Ντε Γκάσπερι, ή μεταγενέστερους, όπως ο Κολ και ο Μιτεράν.
Εκείνο που συγκεντρώνει αρκετή βεβαιότητα είναι η υπόθεση ότι ο Ρομπέρ Σουμάν θα αποτελούσε μια φωνή υπέρ περισσότερης συνεργασίας και, κυρίως, ένα ηθικό πρότυπο, που θα ενσάρκωνε με πειστικότητα το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ενα πρόσωπο που είτε είχε κομβικό και θεσμικό ρόλο είτε όχι, θα δρούσε και θα μιλούσε θαρραλέα και ανυποχώρητα για την ανάγκη εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού κεκτημένου, παραμερισμού των εθνικών εγωισμών και διαρκών συμβιβασμών με το βλέμμα στο μείζον, τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο. Και κάτι παραπάνω: σε μια εποχή που όλο και περισσότεροι ευρωπαίοι πολίτες δυσπιστούν για το μέλλον της ΕΕ και θεωρούν υπαίτια για τη συρρίκνωση της επιρροής της Ευρώπης μια κοντόφθαλμη και αόρατη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, ο Ρομπέρ Σουμάν θα προσωποποιούσε πειστικά την εικόνα της Ευρώπης, ως οράματος για μια καλύτερη ζωή για τους πολίτες της και ως κιβωτού αξιών, μακριά από τον στείρο τεχνοκρατισμό των στελεχών της. Ο Ρομπέρ Σουμάν, αν είχε βρεθεί σε θέση ευθύνης από την άλλη, δεν θα ήταν διαφορετικός από τον Ζακ Ντελόρ, έναν αποτελεσματικότατο τεχνοκράτη με μεγάλη όμως πολιτική σκευή.
Για το τι θα γινόταν αν ζούσε και ήταν ενεργός πολιτικά στις μέρες μας ο Ρομπέρ Σουμάν, ίσως είναι πιο εύγλωττο να ανατρέξουμε στην ακροτελεύτια παράγραφο της βιογραφίας που του αφιέρωσε ο γάλλος ιστορικός François Roth: «Εκείνο που χρωματίζει το φόντο των αποφάσεων του Ρομπέρ Σουμάν, εκείνο που χαράσσει τις κατευθυντήριες γραμμές ως προοπτικές του μέλλοντος, βρίσκει τις καταβολές του στη διττή του κουλτούρα, τη χριστιανική του πίστη και την επώδυνη εμπειρία των τριών γαλλογερμανικών πολέμων. Ο ευρωπαϊκός δρόμος δέσμευε τα κράτη στη συναπόφαση και τη συνεργασία. Το ομοσπονδιακό σχέδιο του Ρομπέρ Σουμάν και του Ζαν Μονέ, εκείνο δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, έχει παραμείνει μέχρι σήμερα μια ουτοπία, διότι προσέκρουσε και προσκρούει πάντοτε στην αντίσταση της κοινής γνώμης στα κράτη και στις εθνικές νοοτροπίες.
Η γαλλογερμανική συνεννόηση έφτασε στα όριά της, διότι η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων συχνά υπερσκελίζει την κοινή βούληση για την υπέρβασή τους. Η οικοδόμηση της Ευρώπης αποδεικνύεται ένας μακρύς, αβέβαιος, πιθανώς ανολοκλήρωτος δρόμος, ένας δρόμος για μικρά βήματα. Το ομοσπονδιακό οικοδόμημα που είχε οραματιστεί ο Σουμάν μοιάζει σήμερα εγκαταλελειμμένο.
Για τις νέες γενεές, η ειρήνη εμφανίζεται ως κεκτημένο. Διόλου δεν φαντάζονται τις προσπάθειες που απαιτήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 για να φτάσουμε σε αυτή. Ιδού τι άφησε ως κληρονομιά σε όλους τους σημερινούς Ευρωπαίους ο Ρομπέρ Σουμάν». Οι γραμμές αυτές μπορεί να γράφτηκαν το 2008, πολύ πριν από το Brexit, τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Τραμπ και τη διαρκή αναστάτωση στη Μέση Ανατολή, σκιαγραφούν όμως με ευκρίνεια το περίγραμμα της θέσης που θα τηρούσε, στην εποχή των δισέγγονών του, ένας από τους πατέρες της Ευρώπης.
Ο Δημήτρης Αντωνίου είναι διδάκτορας Ιστορίας και Πολιτισμών της Ανώτατης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού






