Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, που πλέον λαμβάνει χαρακτηριστικά μιας παρατεταμένης και πολυεπίπεδης σύγκρουσης, δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή κρίση αλλά έναν καταλύτη που αναδιαμορφώνει τις οικονομικές ισορροπίες σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Καθώς διανύουμε το 2026, το ερώτημα που κυριαρχεί στους κύκλους των αναλυτών δεν είναι πλέον αν θα υπάρξουν επιπτώσεις, αλλά αν αυτές θα πυροδοτήσουν μια νέα περίοδο ύφεσης, που πηγάζει από τον συνδυασμό της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των διαδοχικών σοκ στην προσφορά.
Ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης αυτής της κρίσης παραμένει το ενεργειακό κόστος. Οποιαδήποτε κλιμάκωση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλείσιμο των θαλάσσιων διόδων ή σε άμεση πλήξη ενεργειακών υποδομών, θα πυροδοτούσε μια βίαιη άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα συντηρούσε τον πληθωρισμό σε επίπεδα που θα καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την ταχεία αποκλιμάκωση των επιτοκίων, εγκλωβίζοντας την ευρωπαϊκή οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο στασιμότητας.
Η ευρωζώνη, η οποία ήδη παλεύει με χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης και δομικές αδυναμίες, εμφανίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη. Οι προβλέψεις για το τρέχον έτος δείχνουν μια αναιμική ανάπτυξη που μετά βίας ξεπερνά το ένα τοις εκατό, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμα και ένα μικρό αρνητικό σοκ θα μπορούσε να διολισθήσει την περιοχή σε αρνητικούς ρυθμούς. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι ο δημοσιονομικός χώρος των κρατών – μελών είναι περιορισμένος, μετά από χρόνια συνεχών στηρίξεων κατά την περίοδο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Η νομισματική πολιτική βρίσκεται επίσης σε μια λεπτή ισορροπία, καθώς η ανάγκη για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών συχνά συγκρούεται με την ανάγκη για τόνωση της ζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή της ταυτόχρονης παρουσίας υψηλού πληθωρισμού και οικονομικής ύφεσης, είναι ένα πιθανό σενάριο που πρέπει να είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε.
Οσον αφορά την ελληνική οικονομία, παρόλο που έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν μπορεί να παραμείνει αλώβητη σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ευρωπαϊκής επιβράδυνσης. Η Ελλάδα είναι μια ανοιχτή οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προς την Ευρώπη, καθώς και από τις τουριστικές ροές. Μια ευρωπαϊκή ύφεση θα σήμαινε αυτόματα λιγότερα έσοδα για τις ελληνικές επιχειρήσεις και πίεση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Επιπλέον, το αυξημένο κόστος των εισαγωγών, λόγω των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη ναυτιλία, θα μπορούσε να αναζωπυρώσει την ακρίβεια, πλήττοντας περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζοντας την εγχώρια κατανάλωση, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα του ΑΕΠ. Είναι σαφές ότι η αβεβαιότητα λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για τις νέες επενδύσεις.
Οι επιχειρήσεις τείνουν να τηρούν στάση αναμονής όταν το γεωπολιτικό ρίσκο είναι υψηλό, γεγονός που καθυστερεί την απαραίτητη παραγωγική ανασυγκρότηση. Παρόλο που οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης προσφέρουν ένα σημαντικό «μαξιλάρι» προστασίας για την Ελλάδα, η αποτελεσματική απορρόφηση και η διοχέτευσή τους στην πραγματική οικονομία αποτελούν στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί υπό αντίξοες συνθήκες.
Η δημοσιονομική πειθαρχία (χωρίς όμως τις υπερβολές των υπερ-πλεονασμάτων) παραμένει απαρέγκλιτη προϋπόθεση, καθώς οι αγορές συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά τις επιδόσεις των χωρών με υψηλό χρέος σε περιόδους κρίσης.
Ο Παναγιώτης Λιαργκόβαςείναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου






