Οι εξελίξεις του τελευταίου διμήνου αναμφισβήτητα επιβεβαιώνουν, μέχρι στιγμής, ότι όχι μόνο η οπτική και τα «στοιχήματα» των αγορών, αλλά και οι πραγματικές οικονομικές τάσεις, τόσο εγχωρίως όσο και διεθνώς, εμφανίζουν εξαιρετικά αποθέματα αντοχών και προσαρμοστικότητας, υπό δυσμενείς συνθήκες.
Η διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και η αυξημένη ενεργειακή αποτελεσματικότητα των «οικονομιών – καταναλωτών» ορυκτών καυσίμων, η προληπτική συσσώρευση και απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων, ο ενισχυόμενος ρόλος των ΗΠΑ ως προμηθευτή ενέργειας, η ευρηματικότητα και προετοιμασία ορισμένων μεγάλων χωρών του Περσικού Κόλπου να ενεργοποιήσουν εναλλακτικές οδούς τροφοδοσίας, καθώς και η προσωρινή άρση ορισμένων απαγορεύσεων διακίνησης, ακόμη και ρωσικών ενεργειακών φορτίων, λειτούργησαν αντισταθμιστικά.
Ενα διαφαινόμενο σοκ προσφοράς, το οποίο ορθώς περιγράφεται ως προς την κλίμακά του ως συνδυασμός και των δύο πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970, φαίνεται να έχει μέχρι σήμερα την επίδραση μιας σημαντικής, αλλά όχι ακραία απειλητικής ενεργειακής διαταραχής, υπολειπόμενης σε άμεσο αντίκτυπο ακόμη και αυτής που προέκυψε από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ όσον αφορά τις χρηματιστηριακές αγορές, επισκιάστηκε πρόσφατα από τα θετικά νέα για τα αποτελέσματα των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης.
Οι αναθεωρήσεις των προβλέψεων από τους διεθνείς οργανισμούς, ακόμη και υπό τα πιο δυσμενή σενάρια παράτασης των πιέσεων και στο 2ο εξάμηνο του έτους, δείχνουν επιδείνωση προοπτικών ανάκαμψης, αλλά όχι βαθιά ύφεση, – καθώς και αύξηση πληθωρισμού, χωρίς όμως την ένταση που παρατηρήθηκε το 2022.
Ακόμη και η χαοτική διαχείριση της κρίσης από τους άμεσα εμπλεκόμενους, με διαδοχικούς κύκλους δημιουργίας προσδοκιών επίλυσης μέσω διαρροών επίτευξης προόδου και επακόλουθων διαψεύσεων, καθώς και το γεγονός ότι εισήλθαμε στον 3ο μήνα κλιμακούμενης αβεβαιότητας με τις ενεργειακές προκλήσεις να αυξάνουν, δεν έχουν προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στις αγορές ενώ κανείς δεν μιλά με βεβαιότητα για ύφεση. Αντιστοίχως, η ελληνική οικονομία διαθέτει αρκετούς θετικούς καταλύτες βραχυπρόθεσμα να αντιπαρατάξει ακόμη και αν η κρίση αποδειχθεί πιο παρατεταμένη από ό,τι προεξοφλείται.
Ωστόσο, όσο κινούμαστε προς το τέλος του 2ου τριμήνου, η ισορροπία των κινδύνων αλλάζει και αν οι τρέχουσες προοπτικές για επικείμενη συμφωνία διαψευστούν, οι συνθήκες θα μπορούσαν να επιδεινωθούν απότομα. Ηδη, μια πρώτη αντίδραση της νομισματικής πολιτικής αρχίζει να προεξοφλείται από τις αγορές, η οποία εάν συνδυαζόταν με συνθήκες αυξημένης αποστροφής στον κίνδυνο, αλλά και κλιμάκωσης προβλημάτων ενεργειακής επάρκειας θα δημιουργούσε σοβαρές δευτερογενείς επιδράσεις.
Για την Ελλάδα το πρόβλημα τότε θα έτεινε να διογκωθεί με προεκτάσεις, για τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες, τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, αλλά και για έναν αυξανόμενο αριθμό κλάδων, αγγίζοντας πιθανότατα και τον τουρισμό.
Ενα τέτοιο σενάριο θα απαιτούσε την εφαρμογή δραστικότερων μέτρων τα οποία, αν και για τη χώρα μας θα ήταν πιθανόν εφικτά λόγω της δημοσιονομικής μας υπεραπόδοσης, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δευτερογενείς δημοσιονομικούς κινδύνους και χρηματοοικονομική μεταβλητότητα διεθνώς αν γινόταν κατάχρησή τους από ορισμένες χώρες με πιο ευάλωτα δημοσιονομικά χαρακτηριστικά τροφοδοτώντας μία απότομη σύσφιξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Ο Νίκος Σ. Μαγγίνας είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.






