Ο Ντόναλντ, ο πορτοκαλί πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν ανέχεται κριτική και, πολύ περισσότερο, δεν ανέχεται το δούλεμα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ο Ντόναλντ ούτε καν ακούει αυτά που του λέει ο συνομιλητής του σε μια συζήτηση. Για τον 47ο πρόεδρο των ΗΠΑ, η συζήτηση είναι μία διαδικασία επιβολής της γνώμης του, που είναι πάντα εκ προοιμίου σωστή, επειδή είναι δική του. Θα ήταν μάταιο, επομένως, αλλά και εκτός του χαρακτήρα του, να περιμένουμε από τον πρόεδρο Τραμπ ανοχή στην κριτική.
Ιδίως όταν η κριτική γίνεται με τη μορφή της σάτιρας, που τσούζει περισσότερο. Είναι φυσικό, λοιπόν, να τον πιάνει λύσσα ειδικά με τους σατιρικούς πολιτικούς σχολιαστές της τηλεόρασης – αυτούς που τους λένε στην Αμερική «satirists», το οποίο μεταφράζεται ηλιθίως από το Διαδίκτυο ως «σάτυρος». Υποχρέωσε, θυμίζω, το CBS να απολύσει τον Στίβεν Κολμπέρ, τον οικοδεσπότη στο δημοφιλές «Late Night Show»· τώρα, ήρθε η σειρά του Τζίμι Κίμελ. Ο Λευκός Οίκος απαιτεί από το ABC την κεφαλή του επί πίνακι.
Αφορμή ήταν το αστείο που έκανε ο Κίμελ εις βάρος της Μελάνια Τραμπ, μετά την τρίτη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του συζύγου της, όταν είπε ότι η Μελάνια έχει «τη λάμψη της εν αναμονή χήρας». Το αστείο είχε τρία επίπεδα. Το πρώτο ήταν η διαφορά ηλικίας των 23 ετών που τους χωρίζει. (Η διαφορά είναι εις βάρος του Τραμπ, εννοείται – ο πρόεδρος Μακρόν είναι η εξαίρεση…) Το δεύτερο ήταν το προφανές ότι τείνει πια να γίνουν ρουτίνα οι δολοφονικές απόπειρες εναντίον του Τραμπ.
Μέχρι στιγμής είναι οπωσδήποτε τρεις, ίσως να είναι τέσσερις, αν μετρήσουμε και ένα σχέδιο δολοφονίας του από τους Ιρανούς, το οποίο εξαρθρώθηκε σχεδόν εν τη γενέσει του. Το τρίτο ήταν εκείνο που πρέπει να ενόχλησε περισσότερο την πρώτη κυρία, δηλαδή ο υπαινιγμός ότι μισεί τον σύζυγο της, με τον τρόπο που μόνο μία καταπιεσμένη σύζυγος μπορεί να μισήσει.
Στην Ουάσιγκτον αυτό είναι κοινός τόπος. Ολοι το ξέρουν ότι έχει τη δική της ζωή και μισεί την πολιτική με ό,τι αυτή συνεπάγεται. Λατρεύει μεν τα πλούτη η Μελάνια, αλλά απεχθάνεται τη δημοσιότητα και, ασφαλώς, υποφέρει με το ανελέητο δούλεμα που της κάνουν, π.χ., για τα άθλια αγγλικά της παρά τα 30 χρόνια που έχει στις ΗΠΑ.
Αφήνουμε όμως τον Κίμελ στα βάσανά του, γιατί το θέμα είναι ευρύτερο και αφορά την ελευθερία του λόγου. Οι περιπτώσεις διάσημων σατιρικών σχολιαστών προσελκύουν τη δημοσιότητα, υπάρχουν όμως ένα σωρό άλλα παραδείγματα, που δείχνουν την προσπάθεια του Τραμπ και των αυλοκολάκων του να αποκλείσουν τις ενοχλητικές φωνές από την πληροφόρηση και, εν τέλει, να ελέγξουν διά του φόβου την ίδια την ελευθερία του λόγου.
Με αυτό ισοδυναμεί η επιβολή αυθαίρετων κανόνων στην πρόσβαση των διαπιστευμένων δημοσιογράφων στο Πεντάγωνο, η σαφής προτίμηση στους δεξιούς ινφλουένσερ και, φυσικά, ο καταιγισμός αγωγών και μηνύσεων, οι οποίες γίνονται με τον σκοπό να συντρίψουν τους εναγόμενους, λόγω του τεράστιου οικονομικού κόστους που συνεπάγεται η δικαστική οδός στην Αμερική. Θυμίζω τα 14 εκατομμύρια που πλήρωσε ως αποζημίωση το αμερικανικό CBS στον Τραμπ, καθώς και το άγνωστο ποσό στο οποίο θρυλείται ότι έχει συμφωνήσει εξωδικαστικά το βρετανικό BBC.
Αυτή η επίθεση που δέχεται η ελευθερία του λόγου στην Αμερική είναι η επιστροφή του περιβόητου woke, αλλά από την ανάποδη. Είναι μια στρατηγική εκφοβισμού, που έχει σκοπό να επιβάλει στους επικριτές του Τραμπ να σιωπήσουν. Δεν βλέπω σε τι διαφέρει, ως προς την ουσία της, από τη λογοκρισία του woke, αν εξαιρέσουμε τη διαφορά των μέσων. Αντί για «κάνσελ», διαπομπεύσεις, επιθέσεις στα αμφιθέατρα και άλλα τέτοια, που εξουθενώνουν κοινωνικά το θύμα τους, ο Τραμπ χρησιμοποιεί αγωγές, που εξουθενώνουν οικονομικά. Το ελπιδοφόρο, ωστόσο, είναι ότι το woke του Τραμπ δεν έχει κανένα βάθος, είναι απλώς μια προέκταση του εαυτού του.
Δεν έχει τη βάση του αυθεντικού woke στα πανεπιστήμια, δεν έχει κανένα ιδεολογικό υπόβαθρο, ούτε και πλήθος γοητευμένων ακτιβιστών για να παίξουν ρόλο Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Είναι η μανία ενός γερασμένου υστερικού νάρκισσου, που δεν σκέφτεται ποτέ πιο πέρα από τα επόμενα δέκα λεπτά. Το πιθανότερο είναι ότι θα περάσει και αυτό, μαζί με τον ίδιο τον Τραμπ. Ολοι αυτό περιμένουν.






