Στη μεγάλη μουσική σκηνή τα φώτα χαμηλώνουν και οι στιχομυθίες του πλήθους δίνουν τη θέση τους στο αίσθημα της προσμονής. Οσοι βρέθηκαν την περασμένη Πέμπτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών γνώριζαν ότι δεν θα παρακολουθούσαν απλώς μια παράσταση· αλλά την «ανάσα» μιας κοινότητας που μεταφραζόταν σε κίνηση από τη χορογράφο Αθηνά Δόγκα. Τα στελέχη, οι εκπαιδευτές και οι τρόφιμοι στη δομή της Εστίας Αγίου Νικολάου στο Γαλαξίδι έγιναν ένα σώμα με γλώσσα επικοινωνίας τον χορό.
Τον τόνο της διάθεσης έδωσε από την αρχή η εικονογραφημένη «Ομορφη πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη, που αυτή τη φορά αναφερόταν στο Γαλαξίδι. Στο Γαλαξίδι των ατόμων με νοητική υστέρηση και των συντοπιτών τους, πολλοί από τους οποίους τους κρατούν συντροφιά καθημερινά στη δομή (όπως οι επαγγελματίες της εστίασης, ο πρώην αστυνομικός διευθυντής και η τραπεζική υπάλληλος που συμμετείχαν στη χορογραφία). Εδώ δεν θα υπήρχαν εντυπωσιασμοί, αλλά η αλήθεια της καθημερινότητας. Και η αφήγηση – με τη φωνή της Λένας Παπαληγούρα – ξεκίνησε από τα σπίτια. Μέσα από τις κινήσεις των πρωταγωνιστών, είδαμε το πρωινό ξύπνημα, τη φροντίδα, τις στιγμές της μοναξιάς που διαλύονται από ένα άγγιγμα, το συγκράτημα της αμηχανίας που γίνεται σκόνη. Οι εικόνες εναλλάσσονταν ανάμεσα στο φωτεινό πρωινό τοπίο της κοινότητας και τη νύχτα, εκεί όπου οι ρυθμοί πέφτουν.
Υπερπροσπάθεια
Η υπερπροσπάθεια των συμμετεχόντων – για τον συντονισμό της ψυχής με το σώμα – ήταν ορατή σε κάθε βήμα. Οι εμψυχωτές και οι κάτοικοι της κωμόπολης, που συμμετείχαν εθελοντικά, δημιουργούσαν ένα δίχτυ ασφαλείας που επέτρεπε στους ενοίκους να παρουσιαστούν μπροστά και να «πρωταγωνιστήσουν». Η μουσική επένδυση λειτούργησε ως η συνεκτική ουσία αυτής της προσπάθειας. Το «Βαλς» του Ορφέα Περίδη χτυπούσε ένα βαθύ «κέντρο», καθώς τα ζευγάρια – ένοικοι και συνοδοί – κινήθηκαν σε έναν ρυθμό που απαιτούσε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ηταν η στιγμή που το κοινό παρακολουθούσε την ευθραυστότητα να μετατρέπεται σε δύναμη. Και μετά το ροκ και το έντεχνο διάλειμμα το «Χορέψετε, χορέψετε» με τη φωνή του Γιάννη Πάριου γέμισε τη σκηνή με την εξωστρέφεια του ελληνικού ρυθμού.
Η κυκλική κίνηση ένωσε τα χέρια, καταργώντας τις αποστάσεις. Και καθώς η παράσταση πλησίαζε στο τέλος, αντήχησαν οι πρώτες νότες από το πανεθνικής απεύθυνσης «Ας κρατήσουν οι χοροί» του Διονύση Σαββόπουλου. Η σκηνή και η πλατεία ήθελαν εδώ και ώρα να γίνουν ένα. Το χειροκρότημα των εκατοντάδων θεατών δεν ακούστηκε τυπικό· ήταν η αναγνώριση μιας νίκης απέναντι σε αόρατα τείχη. Η τελευταία εικόνα δεν αφορούσε μια λιγότερο ή περισσότερο δύσκολη κίνηση, αλλά το βλέμμα των συμμετεχόντων την ώρα που υποκλίνονταν. Μια υπενθύμιση πως αυτός ο χορός δεν σταματά ποτέ στα τέσσερα σπίτια της Εστίας Αγίου Νικολάου.






