«Είμαι βίαιος, αφελής και γοτθικός. Γεννήθηκα μέσα σε ένα κατεστραμμένο τοπίο, έναν κατεστραμμένο λαό, μια κατεστραμμένη κοινωνία. Είχα δει αρκετή από τη λεγόμενη τάξη. Δεν ήθελα να την αποκαταστήσω. Αναγκάστηκα να αμφισβητήσω τα πάντα, να αρχίσω από την αρχή». Με αυτά τα λόγια περιέγραφε τον εαυτό του και το έργο του ο Γκέοργκ Μπάζελιτς. Και με εφόδιά του τη δυναμική πινελιά, την απόδοση ωμών συναισθημάτων και την έντονη εμπλοκή στην πολύπλοκη γερμανική Ιστορία του 20ού αιώνα κατάφερε από τα πρώτα του βήματα – τη δεκαετία του 1960 έως και τον θάνατό του, την Πέμπτη σε ηλικία 88 ετών – να αναδειχθεί όχι μόνο σε σημείο αναφοράς για τη γερμανική τέχνη, αλλά και σε έναν από τους πρωτοπόρους, διεθνώς, του νεοεξπρεσιονιστικού κινήματος που κυριάρχησε στον κόσμο της τέχνης τη δεκαετία του 1980.
Γεννημένος στο σαξονικό χωριό Ντοϊτσμπάζελιτς, ο Χανς – Γκέοργκ Κερν – υιοθέτησε το όνομα της γενέτειράς του αργότερα – μεγάλωσε πάνω από το δημοτικό σχολείο όπου ο πατέρας του, Γιοχάνες, ήταν διευθυντής. Κρυβόταν στο υπόγειο του κτιρίου μαζί με τη μητέρα του, Λίζελοτε όταν οι ρώσοι εισβολείς το ισοπέδωσαν. Ο πατέρας του ήταν στο μέτωπο και εκείνος βρέθηκε στους δρόμους με τη μητέρα του κι ένα καρότσι που περιείχε όλο τους το βιός. Ελπίζοντας να φτάσουν στη Βαυαρία, κατέληξαν παγιδευμένοι στη μελλοντική Ανατολική Γερμανία αναζητώντας τροφή και καταφύγιο, τραύμα που ο καλλιτέχνης δεν απέβαλε ως τέλος της ζωής του. «Σήμερα όλοι έχουν ό,τι χρειάζονται», έλεγε. «Εγώ δεν είχα τίποτα, δεν είχαμε τίποτα».
Σε ηλικία 18 ετών άρχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Ανατολικού Βερολίνου, απ’ όπου αποβλήθηκε για «κοινωνικοπολιτική ανωριμότητα» και συνέχισε στην ίδια σχολή του Δυτικού Βερολίνου. Καχύποπτος απέναντι στους κανόνες και στην κυρίαρχη μετά τον πόλεμο Αφαίρεση, που είχε επιβληθεί από τους νικητές Αμερικανούς, στράφηκε στον εξπρεσιονισμό.
Και μόλις σε ηλικία 23 ετών άρχισε να γράφει την προσωπική του ιστορία, αλλά και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην Ιστορία της Τέχνης όταν δημιούργησε το πρώτο – από μια σειρά – «Πανδαιμόνιο»: μια έκθεση – μανιφέστο με τραχιά σχέδια και λεκτική επίθεση στην τότε σύγχρονη γερμανική τέχνη λίγο μετά την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου.
Δύο χρόνια αργότερα ήταν πλέον γνωστός σε ολόκληρη τη Γερμανία μετά το σκάνδαλο που προκάλεσε το έργο του «Μεγάλη νύχτα στον υπόνομο» (1963), στο οποίο απεικονιζόταν ο ίδιος σε φυσικό μέγεθος να αυνανίζεται. Ακολούθησαν οι «Ηρωες» (1965-1966) – συμπαγείς μορφές σε παχιά στρώση χρώματος που παραπατούν θέλοντας να αποδώσει τον εφιάλτη της μεταπολεμικής γερμανικής κοινωνίας – ενώ στα τέλη της ίδιας δεκαετίας άρχισε να ζωγραφίζει ανάποδα τα κεντρικά μοτίβα στους καμβάδες του και όχι να τα αναστρέφει εκ των υστέρων, όπως πίστευαν πολλοί. «Η ιεραρχία σύμφωνα με την οποία ο ουρανός βρίσκεται επάνω και το έδαφος κάτω είναι απλώς μια συμφωνία, μια συνήθεια στην οποία έχουμε όλοι εθιστεί, αλλά την οποία δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πιστεύουμε», έλεγε ο ίδιος.
Η διεθνής καθιέρωση
Στο διεθνές εικαστικό στερέωμα ωστόσο καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1980 – ήδη από το 1972 συμμετείχε στην Documenta – όταν στην Μπιενάλε της Βενετίας παρουσίασε το πρώτο μεγάλο γλυπτό του: έναν ξαπλωμένο άνδρα, χονδροειδώς σκαλισμένο από πολλά κομμάτια ξύλου, με το ένα χέρι υψωμένο, χειρονομία που ερμηνεύτηκε από κάποιους ως ναζιστικός χαιρετισμός. Εκείνος υποστήριξε ότι είχε εμπνευστεί από την αφρικανική τέχνη, όπου η υψωμένη παλάμη δηλώνει παράδοση στη μάχη. Συνδυάζοντας αφρικανικά και γερμανικά γοτθικά στοιχεία και χρησιμοποιώντας αλυσοπρίονο, σμίλη και τσεκούρι σμίλεψε δεκάδες ξύλινα γλυπτά τα επόμενα χρόνια, ενώ στις επόμενες δεκαετίες το έργο του έγινε πιο αφηρημένο και παρουσιάστηκε σε μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες.






