«Αυτό που κρατάς στα χέρια σου είναι γραμμένο από εμένα – μια σκλάβα. Αν δεις μουτζούρες στο χαρτί, είναι δάκρυα. Και τα δάκρυα είναι και αυτά λέξεις… Πιο βαριές καμιά φορά Τι έκανα και με ξεχνάς έτσι; / πού πήγε ό,τι μου έλεγες / ότι μ’ αγαπάς / Ή μήπως η δυστυχία / μόλις μπει μέσα στο δέρμα δεν βγαίνει πια;».
Η σπαρακτική εξομολόγηση της Βρισηίδας – μια από τις επιστολές στις «Ηρωίδες» του Οβιδίου, σε μετάφραση Δημήτρη Καμαρωτού – ήταν οι πρώτες λέξεις που ακούστηκαν με την εξαίσια εκφορά της Αμαλίας Μουτούση – ιδανική εισαγωγή της παράστασης «Ραψωδία Ω / Ιλιάδος Ηχώ». Η σπουδαία ηθοποιός αναβίωσε τον ομηρικό κόσμο, αναλαμβάνοντας τον ρόλο μιας σύγχρονης ραψωδού μέσα από την εμβληματική μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. Σε μια καθηλωτική διαδρομή επτά σκηνικών επεισοδίων, ο λόγος μπλέχτηκε με τις ζωντανές συνθέσεις του Δημήτρη Καμαρωτού: πνευστά και τα ηλεκτρονικά ηχοτοπία έδωσαν πνοή στις λέξεις δημιουργώντας ένα εγκώμιο στη γλώσσα.
Η Αμαλία Μουτούση εισέβαλε στη σκηνή σέρνοντας μια κιθάρα, σαν να έσερνε το βάρος της ιστορίας. Σε αυτή την απόκοσμη ατμόσφαιρα της αίθουσας «Σκαλκώτας» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, η ηθοποιός και ο συνθέτης ακτινογράφησαν τα σπλάχνα της ανθρώπινης οδύνης.
Η Ραψωδία Ω της Ιλιάδας ξεδιπλώθηκε ως ένα μουσικό γεγονός. Στα αριστερά, ο Δημήτρης Καμαρωτός, περιτριγυρισμένος από τον εξοπλισμό του, δημιουργούσε ηχητικά τοπία. Προβολές με σκόρπιες λέξεις και φθόγγους που έπεφταν στη σκηνή σαν αρχαία σημειογραφία πάνω στο πεντάγραμμο, οπτικοποίησαν μια γλώσσα που παλεύει να αρθρωθεί. Η Μουτούση, φορώντας ένα λιτό λευκό φόρεμα, έγινε η ίδια ο ραψωδός, μεταμορφώνοντας την εκφορά του κειμένου σε μια ζωντανή παρτιτούρα. Οι λέξεις έβγαιναν από τα σπλάχνα της, δημιουργώντας έναν απόλυτο ύμνο στην ελληνική γλώσσα.
Η κορύφωση της «Ω» είναι η στιγμή που ο ηρωισμός υποκλίνεται στη συμπόνια. Ο Πρίαμος, ο τραγικός γέροντας, αγγίζει τα γόνατα του Αχιλλέα και φιλά τα χέρια που του σκότωσαν πενήντα γιους. «Βάλε στη θέση τη δική μου τον πατέρα σου, τώρα το χέρι μου στο χέρι του φονιά απλώνω». Ενα αντιπολεμικό μήνυμα που διαπερνά τους αιώνες. Ο πόνος είναι το μόνο στοιχείο που ενώνει νικητές και νικημένους. Η ευσπλαχνία του Αχιλλέα ήταν η οριστική αποδοχή πως ο θάνατος και η απώλεια είναι η κοινή μοίρα της ανθρωπότητας.
Οπως σημειώνει ο Δημήτρης Καμαρωτός, κάθε φορά που αφηγούμαστε μια ιστορία συμβαίνει ένας κατοπτρισμός. Αυτή η παράσταση ήταν ένας καθρέφτης όπου είδαμε τα είδωλα των δικών μας τραυμάτων. Ηταν ένας αγώνας να αποκατασταθεί ό,τι χάθηκε, να βρεθεί μια βαθύτερη επικοινωνία – συγχωρητική και υπερβατική – μέσα από τη σύνθεση της βουής του πολέμου με τη μουσική εκπνοή.
Και «Το άξιον εστί»
Η παράσταση κορυφώθηκε σε μια στιγμή ομορφιάς πάνω στον χιλιοπατημένο δρόμο του έπους, που μας άφησε έκθαμβους και ίσως λίγο πιο συμφιλιωμένους με το δικό μας σκοτάδι. Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν ήταν από τον Ψαλμό ΙΕ’ του «Αξιον εστί», σαν η Ιλιάδα να έδινε τη σκυτάλη στη μεταγενέστερη λογοτεχνική μας συνείδηση. «Τέλος; Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα / στεριώνω στον άνεμο / κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού / που συ τη θέλησες! Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται; / Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου / κι η Αυγή, πριν προλάβω, στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει / που συ την θέλησες!».
- Αδιανόητο: AΙ agent διέγραψε τα δεδομένα εταιρείας σε 9 δευτερόλεπτα – Την έκλεισε για 3 μέρες
- Μελέτη του πανεπιστημίου της Αδελαΐδας παρουσίασε «οδικό χάρτη» για την μετατροπή πλαστικών αποβλήτων σε υδρογόνο
- Η φέτα προκαλεί… αναστάτωση στις ΗΠΑ: Η δήλωση αξιωματούχου που έγινε viral – «Γιατί την προστατεύετε;»






