Το Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ στην Κύπρο ήταν η τελευταία ευκαιρία για τον γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και τον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν να λύσουν μία γαλλογερμανική διαφορά, που ήταν εκτός ατζέντας του Συμβουλίου αλλά κρίσιμη για την κοινή αμυντική πολιτική της ΕΕ: τη διαμάχη για το μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς FCAS, η ανάπτυξη του οποίου εδώ και καιρό καρκινοβατεί.
Πριν από επτά χρόνια, οι κυβερνήσεις του Εμανουέλ Μακρόν και της Ανγκελα Μέρκελ αποφάσισαν να αναπτύξουν ένα κοινό Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης (Future Combat Air System – FCAS). Στο πρόγραμμα μπήκε και η Ισπανία. Ο στόχος είναι φιλόδοξος: ένα κοινό μαχητικό αεροσκάφος που θα επιχειρεί σε συνδυασμό με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) και ένα Combat Cloud που διασυνδέει τα συστήματα. Το κόστος του υπολογίζεται στα 100 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η συμφωνία είχε από την αρχή προβλήματα, με κύριο χαρακτηριστικό την προσπάθεια καθεμιάς από τις τρεις πλευρές να διασφαλίσει τον μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο. Αλλά εδώ και μήνες έχει σταματήσει κάθε πρόοδος.
O Ερίκ Τραπιέρ, διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής εταιρείας κατασκευής αεροσκαφών Dassault, απαιτεί για την εταιρεία του ηγετικό ρόλο. Αυτό δεν γίνεται αποδεκτό από τους άλλους δύο εταίρους και τη συμπαραγωγό εταιρεία Airbus Defence, με το επιχείρημα ότι είναι εκτός της αρχικής συμφωνίας για το έργο.
Ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, που ανέλαβε προσωπικά τη διαπραγμάτευση με τον γάλλο πρόεδρο Μακρόν, αύξησε πρόσφατα την πίεση ζητώντας να ληφθεί απόφαση μέχρι τα μέσα Απριλίου. Η τελευταία προσπάθεια διαμεσολάβησης απέβη άκαρπη. Ρεπορτάζ της εφημερίδας «Χάντελσμπλατ» είχε πληροφορίες ότι «το έργο είναι καταδικασμένο – χωρίς ποτέ να έχει πραγματικά ξεκινήσει». Η γερμανική κυβέρνηση απέφυγε να το διαψεύσει στις αρχές αυτής της εβδομάδας. Εκπρόσωπός της περιορίστηκε να δηλώσει ότι η τρέχουσα διαμεσολάβηση «προχωρεί».
Ο Μακρόν, θιασώτης της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, δεν θα ήθελε να πάει στις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία έχοντας ενταφιάσει το FCAS, σύμβολο συνεργασίας για την άμυνα της Ευρώπης. Την περασμένη Τρίτη η γαλλίδα υπουργός Αμυνας Κατρίν Βοτρέν ανακοίνωσε ότι η διαμεσολάβηση θα παραταθεί για δέκα ημέρες. Η παράταση ζητήθηκε από τους διαμεσολαβητές, τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Krauss-Maffei Wegmann Φρανκ Χάουν και τον γάλλο στέλεχος άμυνας Λοράν Κολέ-Μπιγιόν. Η κυβέρνηση του Βερολίνου, σύμφωνα με γερμανικά δημοσιεύματα, εξεπλάγη από την κίνηση αυτή, δεν είχε ενημερωθεί ούτε ο γερμανός διαμεσολαβητής Χάουν.
Το επικοινωνιακό αλαλούμ αυτής της εβδομάδας είναι συμβολικό για το κοινό εγχείρημα του FCAS. Μερτς και Μακρόν «δεν κατανοούν τη σοβαρότητα της κατάστασης» την ώρα που το γαλλογερμανικό σχέδιο για το FCAS κινδυνεύει να ακυρωθεί, σχολίασε η Μαρίνα Κορμπάκη του «Σπίγκελ». Για τους υπευθύνους, πρόσθεσε, «η κατάσταση είναι ενοχλητική. Αλλά για την Ευρώπη είναι απειλητική».
Οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Τον περασμένο Μάρτιο, το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία ανέλυσε την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής άμυνας και συνέστησε επειγόντως ριζικές αλλαγές: οι προμήθειες οπλικών συστημάτων «πρέπει να έχουν κεντρικό σχεδιασμό και να δημιουργηθεί μια κοινή ευρωπαϊκή αγορά αμυντικού εξοπλισμού», συνιστούν οι ερευνητές του Ινστιτούτου. Για να επιτευχθεί αυτό, τονίζουν στην έκθεσή τους, η Ευρώπη θα πρέπει πρώτα να θεσπίσει «κοινή χρηματοδότηση, συμπεριλαμβανομένων των ευρωομολόγων, για τις αμυντικές τεχνολογίες επόμενης γενιάς».
Το παράδειγμα του FCAS δείχνει ακριβώς το αντίθετο. «Ο καθένας για τον εαυτό του», τιτλοφόρησε εκτενές δημοσίευμα η εβδομαδιαία εφημερίδα «Ντι Τσάιτ». Το FCAS είναι «ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτυχίας της πολιτικής εξοπλισμών της ΕΕ – δυστυχώς, όχι το μόνο». Η ευθύνη βαραίνει και τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις. «Το ιδιοτελές συμφέρον τόσο των εταιρειών όσο και των κυβερνήσεων είναι ισχυρότερο από τη βούληση για σθεναρή υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ηπείρου», σχολίασε η έγκυρη γερμανική εφημερίδα. Ούτε η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ να αποσυρθεί από το ΝΑΤΟ και να αφήσει την Ευρώπη να αντιμετωπίσει μόνη της τον Πούτιν «δεν έβαλε τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό των στρατιωτικών δυνατοτήτων».
Ο κατακερματισμός των αμυντικών συστημάτων και προμηθειών είναι το άλυτο, δομικό πρόβλημα της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι διαθέτουν συνολικά 80 διαφορετικά μεγάλα οπλικά συστήματα, ενώ οι ΗΠΑ έχουν μόνο δώδεκα.
Οι Ευρωπαίοι διαθέτουν 14 διαφορετικά μοντέλα αρμάτων μάχης, ενώ οι ΗΠΑ έχουν μόνο ένα. Στον τομέα του βαρέος πυροβολικού, υπάρχουν 23 εκδοχές στις ευρωπαϊκές χώρες, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν μόνο δύο. Στη θάλασσα η Ευρώπη έχει 16 τύπους υποβρυχίων, και οι ΗΠΑ μόνον τέσσερις. Και στην αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί εξακολουθούν να εξαρτώνται από την αμερικανική υποστήριξη στην αεράμυνα, τα δορυφορικά συστήματα και την πυρηνική αποτροπή.






