«Σήμερα», έλεγε προχθές στη Βουλή ο Πρωθυπουργός, «δεν θα έπρεπε να μιλάμε για τα θέματα του κράτους δικαίου». Θα έπρεπε να συζητούμε «για τα όσα συμβαίνουν στο Ιράν, στη Μέση Ανατολή, στον Λίβανο… και πρωτίστως να συζητούμε για τις σημαντικές, αναπόδραστες οικονομικές συνέπειες της κρίσης στην ελληνική οικονομία και το πώς μπορούν αυτές να αντιμετωπιστούν ή τουλάχιστον να μετριαστούν».
Δίκιο είχε. Αλλά τι εμποδίζει την ελληνική Βουλή να οργανώσει μια συζήτηση για τα όντως σημαντικά; Τι εμποδίζει, ακόμη περισσότερο, τις πολιτικές δυνάμεις, εκείνες τουλάχιστον που έχουν ιστορία και φιλοδοξία διακυβέρνησης, να συζητήσουν και να αναζητήσουν μια αναγκαία, ελάχιστη συνεννόηση για τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, η εθνική της ασφάλεια και η οικονομία της; Τι είναι αυτό που κάνει να ακούγεται ως υπεκφυγή – «η μπάλα στην εξέδρα» – ή ως πρόσκληση σε φιλολογική συζήτηση περιορισμένου ενδιαφέροντος η αναφορά του Πρωθυπουργού σε αλλαγές στο Σύνταγμα (που και σημαντικές είναι και, κάποιες, επείγουν) ή σε μια (ακόμη πιο σημαντική και αναγκαία) αλλαγή της αρχιτεκτονικής του εκλογικού συστήματος;
Εν μέρει, πρόκειται για μια εκδήλωση των «χρόνιων παθογενειών» ενός πολιτικού συστήματος που ήταν πάντα και είναι ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια δομημένο στο μοντέλο «ή εμείς ή αυτοί». Που οι πρωταγωνιστές του αλλά κι εμείς οι θεατές το εκλαμβάνουμε ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, όπου ό,τι κερδίζει ο ένας υποχρεωτικά το χάνει ο άλλος και όπου είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί ποτέ κοινός τόπος, περιθώριο συνεννόησης και – άπαγε της βλασφημίας – συμβιβασμού. Μα υπάρχει, εν προκειμένω, και κάτι περισσότερο. Κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και επιβαρυντικό.
Η ιστορία των υποκλοπών κυλά σαν δηλητήριο στις φλέβες του πολιτικού συστήματος. Τοξικό και παραλυτικό. Τέσσερα χρόνια τώρα, από το 2022, όταν αποκαλύφθηκε τυχαία η παγίδευση του τηλεφώνου ενός δημοσιογράφου πρώτα κι ύστερα και του ίδιου του αρχηγού της αντιπολίτευσης, η ιστορία αυτή εξελίσσεται με τρόπο που μολύνει τις σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και φθείρει την αδύναμη, έτσι κι αλλιώς, σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με την πολιτική. Θα μπορούσε να είχε κλείσει αμέσως με μια καθαρή εξήγηση και μια γενναία συγγνώμη. Σέρνεται όμως από τότε.
Σε κάθε στροφή της, η κυβέρνηση ελπίζει ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η υπόθεση αποσύρεται από το προσκήνιο, χάνεται από την κοινή θέα και ξεχνιέται.
Και κάθε τόσο αυτή επιστρέφει, επιβαρυμένη με μια νέα, κάθε φορά, κακοποιητική των θεσμών απόπειρα συγκάλυψης. Πρόσωπα και θεσμοί, ανεξάρτητες Αρχές, εξεταστικές επιτροπές της Βουλής και το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έχουν χρησιμοποιηθεί ως εργαλεία συγκάλυψης και έχουν πληρώσει τίμημα βαρύ. Που πολλαπλασιάζει τις συνέπειες του τραύματος που έχει προκαλέσει ο τρόπος που η πλειοψηφία της Βουλής έχει κακομεταχειριστεί, πότε με αναίτια βαναυσότητα και πότε με αλαζονική ελαφρότητα, όλες τις ελεγκτικές διαδικασίες αυτής της Βουλής, για όλα τα θέματα που έχουν προκύψει, από τα Τέμπη ως τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Κι έπειτα, μάλλον απροσδόκητα, ένα δικαστήριο, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας, εξέδωσε μια απόφαση που δίνει στην υπόθεση των υποκλοπών άλλη διάσταση.
Το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι είχε εγκατασταθεί ένα ευρύ δίκτυο παρακολουθήσεων με χρήση ενός εξελιγμένου κατασκοπευτικού λογισμικού, θύματα του οποίου ήταν το σύνολο της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων και το μισό Υπουργικό Συμβούλιο. Καταδίκασε σε βαριές ποινές, 126 χρόνια φυλακή, τέσσερα πρόσωπα που εμπορεύονταν το λογισμικό αυτό. Και άφησε σε εκκρεμότητα ένα κρίσιμο, φοβερό ερώτημα. Για λογαριασμό τίνος λειτουργούσε αυτό το σύστημα; Αν ήταν δημόσια υπηρεσία ο εντολοδόχος, αυτή οφείλει μια κάποια εξήγηση. Αν πάλι ήταν οι ιδιώτες μόνοι, με δική τους πρωτοβουλία ή, ακόμη χειρότερα, για λογαριασμό ξένης δύναμης, τότε θα είχαμε να κάνουμε με τη μεγαλύτερη υπόθεση κατασκοπείας στα ελληνικά χρονικά. Και η απάθεια της δημόσιας Αρχής και της πολιτικής εξουσίας απέναντί της θα ήταν όχι απλώς εξωφρενική, αλλά κολάσιμη.
Η προχθεσινή συζήτηση στη Βουλή ήταν μια ακόμη ευκαιρία να δοθεί η απούσα εξήγηση, να ακουστεί, έστω και καθυστερημένα, η οφειλόμενη συγγνώμη και να αφαιρεθεί ένα μεγάλο μέρος της τοξικής ύλης που δηλητηριάζει τη δημόσια ατμόσφαιρα. Αλλά η ευκαιρία πέρασε ανεκμετάλλευτη. Η συζήτηση κύλησε μεταξύ υπεκφυγών και συμψηφισμών. Και στο τέλος της, βρεθήκαμε ξανά στο ίδιο σημείο. Στο σημείο μηδέν της συναίνεσης.
Οπου η κυβέρνηση αποκρούει τον κίνδυνο να ελεγχθεί επιτιθέμενη επί δικαίους και αδίκους – περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της οποίας αμφισβήτησε, ως μη όφειλε, την πολιτική ουδετερότητα. Και η αντιπολίτευση οχυρώνεται πίσω από αυτή τη στάση της κυβέρνησης, επαναλαμβάνει καταγγελίες που ήδη ξέρουμε, χωρίς να προσθέτει κάτι νέο, και εξορκίζει τον κίνδυνο να εκτεθεί σε διάλογο μαζί της.
Και κάπως έτσι καταδικάζεται σε μια παραλυτική ακινησία όλο το πολιτικό σύστημα, ακριβώς σε μια στιγμή όπου θα έπρεπε κατεξοχήν να μπει σε κίνηση. Οχι μόνον γιατί όσα συμβαίνουν τώρα στη Μέση Ανατολή, το Ιράν ή τον Λίβανο δημιουργούν νέου τύπου προκλήσεις για την ασφάλεια και την οικονομία της χώρας. Μα γιατί πέρα από τον άμεσο ορίζοντα της πολεμικής και ενεργειακής κρίσης, όλοι καταλαβαίνουμε ότι οι τεκτονικές πλάκες του κόσμου μετακινούνται.
Ενα διεθνές σύστημα που ονομάζαμε «Δύση» και προσδιόριζε ένα μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης, ένα πολιτικό υπόδειγμα κι ένα σύστημα συλλογικής ασφάλειας, στο οποίο η Ελλάδα είχε βρει τη θέση της μ’ έναν τρόπο που είχε, εν τέλει, τη συναίνεση όλων των παρατάξεων που κυβέρνησαν από τη Μεταπολίτευση κι ύστερα, το σύστημα αυτό τίθεται σε αμφισβήτηση, και στις τρεις όψεις του, πολιτική, οικονομική και στρατηγική, από τη δύναμη που ήταν ως τώρα ο εγγυητής του. Απέναντι σε μια τέτοια συνθήκη, η ακινησία, μπορεί να μοιάζει βολική, μα μπορεί να είναι σε αυτές τις συνθήκες εξαιρετικά επικίνδυνη.






