Η χθεσινή υπογραφή, στο Κάιρο, της συμφωνίας-πλαισίου για την πώληση κυπριακού φυσικού αερίου στην Αίγυπτο είναι σημαντική, όχι μόνο για την ενέργεια, αλλά και για τη γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς ανοίγει τον δρόμο για την αξιοποίηση του κυπριακού αερίου και επηρεάζει τις ισορροπίες σε ολόκληρη την περιοχή.
Και αυτό δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Στο εύλογο ερώτημα για τη μη δεσμευτικότητα της συμφωνίας, πέρα από το προφανές – τη λέξη «πλαίσιο», η οποία παραπέμπει από μόνη της σε συνέχιση της διαβούλευσης –, η απάντηση είναι πως για πρώτη φορά συγκεκριμενοποιείται η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, προκειμένου αέριο από τα κοιτάσματα «Κρόνος» και «Αφροδίτη» της Κύπρου να πωληθεί στην Αίγυπτο ή να συναφθούν μεμονωμένες συμφωνίες με τις κρατικές, ας σημειωθεί, εταιρείες της. Με απλά λόγια: από την πρόθεση πώλησης περνάμε πλέον στη δημιουργία του μηχανισμού εμπορικής αξιοποίησης.
Ερχεται, δηλαδή, να «σφραγίσει» και επίσημα όσα είχαν ήδη δρομολογηθεί με τις συμφωνίες του Φεβρουαρίου 2025: το μνημόνιο για το «Αφροδίτη», τη συμφωνία για την ανάπτυξη του Τεμαχίου 6 και, στη συνέχεια, τις τρεις εμπορικές συμφωνίες του περασμένου Οκτωβρίου. Χθες μπήκε η διακρατική πολιτική ομπρέλα, ώστε να κλειδώσουν οι όροι πώλησης και ροής του αερίου.
Γεωπολιτική επένδυση
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει θέσει ως στόχο την πρώτη πώληση κυπριακού φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω Αιγύπτου το 2027-2028. Χθες, στο Κάιρο, μίλησε για «απεριόριστα» περιθώρια συνεργασίας Κύπρου – Αιγύπτου και είπε ότι αυτή η συνεργασία μπορεί να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε σταθερότητα, τη σταθερότητα σε ευκαιρία και την ευκαιρία σε ευημερία. Αυτό δείχνει ότι η Λευκωσία προβάλλει τη συμφωνία όχι μόνο ως ενεργειακή κίνηση, αλλά και ως γεωπολιτική επένδυση.
Τι ξέρουμε για το παρασκήνιο; Το timing δεν είναι τυχαίο. Η Κύπρος πιέζει να αποσπάσει επιτέλους εμπορικό αποτέλεσμα έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων, ενώ η Αίγυπτος θέλει πρόσθετες ποσότητες αερίου και διαθέτει το κρίσιμο πλεονέκτημα των υφιστάμενων υποδομών επεξεργασίας και υγροποίησης. Αρα και οι δύο πλευρές κερδίζουν: η μία βρίσκει διέξοδο στην αγορά και η άλλη τροφοδοσία και ρόλο κόμβου.
Η συνάφεια και η σημασία αυτής της συμφωνίας για την Ελλάδα, παρότι ασφαλώς δεν πρόκειται για αμιγώς ελληνοαιγυπτιακό θέμα, εντοπίζονται στην ευρύτερη επίδρασή της στα ενεργειακά τής Νοτιοανατολικής Μεσογείου, και μάλιστα μέσα από την τριμερή Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, το νόημα και το περιεχόμενο της οποίας αναμφίβολα ενισχύει.
Επιβεβαιώνει το μοντέλο Ανατολική Μεσόγειος – Αίγυπτος – Ευρώπη, δηλαδή την Αίγυπτο ως κόμβο επεξεργασίας και εξαγωγής και την Ελλάδα ως ευρωπαϊκό πολιτικό και διασυνδετικό στήριγμα αυτού του άξονα. Συμβαδίζει πλήρως με τη διακηρυγμένη λογική της τριμερούς και της ανατολικομεσογειακής ενεργειακής συνεργασίας.
Θετική είναι η αποτίμηση της εξέλιξης και στο Ισραήλ, καθώς το «Αφροδίτη» συνδέεται με το ισραηλινό Ισάι, ενώ στην κοινοπραξία του «Αφροδίτη» συμμετέχει και η ισραηλινή NewMed. Η πρόοδος στην εμπορική αξιοποίηση του κυπριακού αερίου μέσω Αιγύπτου αυξάνει και την πίεση να κλείσει η εκκρεμότητα Κύπρου – Ισραήλ για το διασυνοριακό τμήμα του κοιτάσματος. Αρα για το Ισραήλ η συμφωνία λειτουργεί ως μοχλός επίσπευσης.
Αν και μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές η Αγκυρα και τα Κατεχόμενα δεν είχαν αντιδράσει – και ίσως να μην αντιδράσουν, δεδομένης και της προσπάθειας της Αγκυρας να προσεγγίσει το Κάιρο –, η γραμμή τους είναι κοινή και δεδομένη: θεωρούν «άκυρες» τις συμφωνίες εάν οι Τουρκοκύπριοι δεν έχουν λόγο σε αυτές. Αυτό που, επί της ουσίας, συμβαίνει είναι πως η Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύεται περαιτέρω μέσω αυτής της εξέλιξης, ενώ η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι παραμένουν εκτός, τη στιγμή που πλέον δεν μιλάμε απλώς για ένα κυπριακό ζήτημα, αλλά για την εμπλοκή όχι μόνο της Αιγύπτου και του Ισραήλ, αλλά και πολλών άλλων, πολύ ισχυρότερων παικτών στο διαμορφούμενο σκηνικό.






