Σε όλη τη διαδρομή της δεν φοβήθηκε την υπερβολή της αρτίστας που πάνω στη σκηνή διεκδικεί περισσότερα «λάφυρα» από την ερμηνεία της τραγουδίστριας. Κινήθηκε στα όρια διαφορετικών εποχών και πορεύτηκε μέσα σ’ ένα ναρκοπέδιο αντιθέσεων: από την εποχή της καζαντζιδικής αυστηρότητας έφτασε να κυριαρχεί η ίδια στη νυχτερινή πίστα, υποχώρησε στα μετόπισθεν των μπουάτ, έντυσε χρυσούς δίσκους, απογείωσε μέτρια τραγούδια – ενίοτε υπερβολικά –, επανήλθε με θριαμβικά live, άφησε πίσω της τηλεοπτικά credits («Πρόβα νυφικού», «Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες»).
Η κοντράλτο φωνή της και η θεατράλε εκφορά δεν θα άρεσαν σε όλους. Στις ενστάσεις τους προστέθηκε ένα ρεπερτόριο από ελαφρολαϊκά τραγούδια, τα οποία σε ταραγμένες πολιτικά περιόδους έδωσαν επιχειρήματα στους αμφισβητίες της. Και τι ήταν το «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» εκτός από απόλυτο σουξέ; Τι άλλο έκανε η Μαρινέλλα, έλεγαν, εκτός από το να εκτείνει τη φωνή της στο «Ανοιξε πέτρα» όπως κάνουν σήμερα οι στάρλετ της εποχής; Δεν είναι με τον τρόπο της η πρόγονος της σημερινής επέλασης των ελαφρών;
Θα μπορούσε να είναι κι έτσι. Με μία διαφορά: ότι η ερμηνεύτρια που απεχθανόταν τον χαρακτηρισμό «Μεγάλη κυρία» διέθετε και τη φωνή και τη χάρη. Και την ευελιξία να κινείται από μουσικό είδος σε ένα άλλο, και την αφάλτσωτη δεξιοτεχνία του βιμπράτου. Η κατ’ εξοχήν survivor των ελληνικών sixties δεν αναζήτησε ποτέ την ασφάλεια ή τη θαλπωρή της κομματικής ταύτισης, δεν μπήκε στην ουρά των κρατικών επιχορηγήσεων και έχυσε ιδρώτα – κυριολεκτικά – στις πίστες.
Την εποχή του μεγάλου θεάματος ήταν πρωτίστως μια «οπτικοακουστική» τραγουδίστρια, σύμφωνα με τη δική της περιγραφή: η μόνη από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες που μπορούσε να χορέψει libertango με παρτενέρ τον Δημήτρη Παπάζογλου για τις ανάγκες ενός σόου ή ενός τηλεοπτικού αφιερώματος (σε επιμέλεια Σταμάτη Φασουλή). Η μόνη που έδινε μαθήματα δεύτερης φωνής δίπλα σε άλλα πρώτα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Αλλά και εκείνη που «ξοδευόταν» πάνω στην πίστα δίπλα στους ερμηνευτές και τις ερμηνεύτριες νεότερων γενιών.
Το ρεπερτόριο
Η ίδια ομολογούσε ότι της λείπουν τα καλά τραγούδια: η «προίκα» της Μοσχολιού ή του Μπιθικώτση, για να σταθούμε σε δύο συχνά παραδείγματα από τις συνεντεύξεις της. Ή ότι συχνά μπαίνει στην περιπέτεια της ερμηνείας επειδή της αρέσει «ένα ημιτόνιο», ένας στίχος ή μία εικόνα. Η Μαρινέλλα δεν μελέτησε το τραγούδι – αυτοδίδακτη γαρ –, αλλά παρέμεινε μία από τις πλέον πειθαρχημένες επαγγελματίες. Εκείνη που πριν από την παράσταση επέβλεπε εάν τα παπούτσια των μετρ είναι γυαλισμένα και εκείνη που έβαλε βέτο στο σπάσιμο των γύψινων πιάτων.
Η περίοδος με τον Στέλιο Καζαντζίδη παραμένει μέχρι σήμερα το χρυσό κάδρο στην πινακοθήκη του λαϊκού τραγουδιού. Η σύμπραξη και ο γάμος με τον Τόλη Βοσκόπουλο, από την άλλη, επικυρώνει τη θεσμοποίηση της πίστας, όπου οι δυο τους είναι ο βασιλιάς και η βασίλισσα (από εδώ προέρχονται και τα περισσότερα βέλη για την πρόσδεσή της με τη λαμέ επικράτεια της σαλονάτης Αθήνας). Αλλά η Μαρινέλλα θα λάμψει όταν θα μείνει μόνη. Είναι η περφόρμερ που προσφέρει ευρωπαϊκό θέαμα, ένα μείγμα Σίρλεϊ Μπάσεϊ και Μπάρμπρα Στράιζαντ της Ελλάδας. Με την εκφορά, την επιτόνιση, το στήσιμο πάνω στη σκηνή, αφήνει παρακαταθήκη για τις επόμενες τραγουδίστριες – από τις οποίες μόνο η Αννα Βίσση πλησιάζει στην έκθεση του φαινομένου.
Οι εικόνες από τη διαδρομή της είναι οι εικόνες της απόλυτης δεύτερης φωνής που έγινε πρώτη μέσα στο καμίνι του επαγγελματισμού. Μια μελαχρινή παρτενέρ που σημειώνει παραγγελίες δίπλα στον απόλυτο λαϊκό ερμηνευτή. Το σάουντρακ στις ταινίες του Δαλιανίδη. Το άλλο μισό στο χρυσό κάδρο του «Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός» δίπλα στον Καζαντζίδη και τον Νίκο Κούρκουλο. Οι φευγαλέες αλλά ανεξίτηλες «συναντήσεις» με τους Μίκη Θεοδωράκη («Ομορφη πόλη», «Πολιτεία Α’»), Χρήστο Λεοντή («12 παρά 5»), Γιάννη Σπανό («Με πνίγει τούτη η σιωπή», «Τη βραδιά μου απόψε μη μου τη χαλάς»). Μια τονισμένη ελιά στο εξώφυλλο ενός άλμπουμ. Το φευγαλέο τίναγμα της ωμοπλάτης στα νυχτερινά προγράμματα. Ενα φαλτσέτο που δίνει το μέτρο για τις επίδοξες μίμους.
Για ένα ημιτόνιο
Η Μαρινέλλα είναι ο συνδετικός κρίκος τουλάχιστον τεσσάρων γενεών με όλα τα προνόμια και τις δεσμεύσεις που συνοδεύουν τις μεταμορφώσεις μιας σταρ: η φωνή της διαμορφώθηκε στο μεταπολεμικό θαύμα της ανοικοδόμησης και της Μουσικής Ανοιξης, «αποθεώθηκε» την «ύποπτη» δεκαετία του 1970, σπαταλήθηκε τη δεκαετία του 1980 και επανεκτιμήθηκε στις δύο επόμενες. Σε πείσμα μάλιστα των φαινομένων, η Μαρινέλλα έλειψε από τις πίστες ακριβώς την εποχή της φουσκωμένης ευμάρειας. Οταν οι νεότερες τραγουδίστριες ήθελαν «να φτάσουν στο πανεπιστήμιο χωρίς να ξεκινήσουν απ’ το νηπιαγωγείο» – άλλη μία αγαπημένη της παρομοίωση. Ο μύθος, η περσόνα και το μέταλλο παρέμεναν όμως εκεί: στη μετέωρη γραμμή όπου το ακροατήριο διψά για ένα φευγαλέο σουξέ – για ένα ημιτόνιο που καμιά άλλη δεν μπορεί να το παραλάβει μέτριο και να το παραδώσει τέλειο.
Μέχρι το τέλος η ερμηνεύτρια αναγεννιόταν από την τέφρα της αφάλτσωτης φωνής της. Εκεί όπου πολλοί την αφήνουν σε μια συναυλία με άνισο ρεπερτόριο η ντίβα επιστρέφει ανθισμένη από τον εσωτερικό φοίνικα. Απόδειξη τα βιντεάκια του YouTube. Είναι αυτή η φωνή μιας ερμηνεύτριας που κουβαλάει εξήντα χρόνια τραγούδι; Οχι, είναι η φωνή ενός θρύλου που σε κάθε εμφάνιση αποδείκνυε ότι το καλύτερο αντηχείο του τραγουδιστή είναι το σώμα του. Αναζητήστε την πάντως (και) στα διαλείμματα αυτής της διάρκειας. Στο τραγούδι που ταίριαζε απολύτως στα μέτρα της, «Τη βραδιά μου απόψε μη μου τη χαλάς», το οποίο δεν υποστήριξε στις συναυλίες της. Το «Ασπρο μου ρόδο» του Χρήστου Λεοντή. Το «Τηλεφωνώ» σε στίχους Κώστα Τριπολίτη. Για bonus track, επιστρέψτε σε μια ακοπιάριστη διφωνία με τον Καζαντζίδη: «Ασε με να ζήσω μοναχός».
Τα «άλλα» τραγούδια
Ερμηνείες από την πίσω πλευρά της δισκογραφίας και τις ζωντανές εμφανίσεις, όπου «υπερασπίστηκε» τις δεύτερες εκτελέσεις σε τραγούδια άλλων
«Γλυκοχαράζει ξύπνησε»: βρισκόταν στην πίσω πλευρά του δίσκου 45 στροφών με το σουξέ «Ποιος είν’ αυτός» των Ζαμπέτα – Πυθαγόρα. Οπότε για μεγάλο διάστημα έμενε στην αφάνεια, αν και εδώ η Μαρινέλλα κάνει δεξιοτεχνική επίδειξη διαφορετικών «περιοχών» της φωνής της. Και αυτό το κομμάτι σε μουσική του Ζαμπέτα, με στίχους του βετεράνου Χαράλαμπου Βασιλειάδη, έμεινε στην πίσω πλευρά της δισκογραφίας της και δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια το υπενθύμισε μόλις το 1999 στη ζωντανή ηχογράφηση του Ηρωδείου από τη συναυλία «Με βάρκα… το τραγούδι».
«Ζωή να σε χαρώ»: ένα από τα διαφορετικά τραγούδια που επέλεξε στην αρχή της σόλο καριέρας της, το 1971, και ενώ είχαν περάσει τρία χρόνια από το «Ανοιξε πέτρα». Περιλαμβανόταν στο άλμπουμ «Δώδεκα παρά πέντε» του Χρήστου Λεοντή, όπου μάλιστα έκανε το ντεμπούτο της η Βούλα Σαββίδη. Σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη ήταν ένα σχετικά χαμηλόφωνο κομμάτι, που έδενε με το «Ασπρο μου ρόδο», το «Ερημο πουλί» και – το πιο γνωστό του δίσκου – «Εναν καιρό» («Σε κυνηγούσανε και ξέσκισα τα φυλλοκάρδια μου…»).
«Ολα είναι τυχερά»: το 1972 ο γάλλος σκηνοθέτης Πιέρ Ζουρντέν έφτιαξε το τηλεοπτικό αφιέρωμα «Βασίλισσα της νύχτας στην Αθήνα», το οποίο παρουσιάστηκε από το ΕΙΡΤ στις 11 Δεκεμβρίου. Εκεί, εκτός άλλων, η Μαρινέλλα τραγουδούσε και νέα κομμάτια των Ξαρχάκου – Γκάτσου. Το «Μη λυγίσετε παιδιά» (Βαρκαρόλα) και το «Ολα είναι τυχερά» κυκλοφόρησαν σε 45άρια μόνο στη Γαλλία. Το δεύτερο μπήκε το 1973 στο άλμπουμ «Μια βραδιά με τη Μαρινέλλα Νο 2». Είχε προηγηθεί το πρώτο άλμπουμ, που είναι και η πρώτη ηχογράφηση live προγράμματος οποιουδήποτε έλληνα καλλιτέχνη.
«Χθες αργά»: το «μεγάλο» τραγούδι που έμεινε από τις κατά καιρούς συμπράξεις της με τον Γιάννη Σπανό είναι φυσικά το «Με πνίγει τούτη η σιωπή» του Κώστα Κωτούλα (το οποίο θέλησε να ηχογραφήσει αφού άκουσε στο διπλανό στούντιο να το ερμηνεύει πρώτη η Δήμητρα Γαλάνη). Υπάρχει, όμως, και αυτό το κομμάτι επίσης σε σύνθεση Σπανού και στίχους Κ. Κωτούλα, όπου επίσης αναδεικνύει το φωνητικό εύρος της ανάμεσα σε ψηλές και χαμηλές περιοχές.
«Τηλεφωνώ»: «Χτύπησα εφτά μηδενικά/ Στη συσκευή της αγωνίας/ Βγαίνει ο θυρωρός της παγωνιάς/ Το κλεφτρόνι της γωνίας/ Θρύψαλα γυαλιά συναγερμός/ Ο ταξιτζής που κάνει βάρδια/ Να ο φοβισμένος εραστής/ Με τα βιαστικά του χάδια/ Σε ξενοδοχεία κεντρικά/ Μια θλίψη τοξικομανίας/ Κι όλα σ’ ένα σχήμα ερημιάς/ Και βουβής μονοτονίας». Κι όμως είναι στίχοι – από τους πλέον σύνθετους που έχει τραγουδήσει – του Κώστα Τριπολίτη, που υπογράφει ως Κώστας Αλλος, από το άλμπουμ «Ρινγκ» (1987) του Τάκη Μπουγά, όπου η Μαρινέλλα συμμετέχει με την Τάνια Τσανακλίδου.
«Ελα γι’ απόψε»: Στη συναυλία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών το 1998 η Μαρινέλλα ερμηνεύει σε δεύτερη εκτέλεση το εξαιρετικό κομμάτι του Χρήστου Χαιρόπουλου βάζοντας σφραγίδα με την έκταση της φωνής της, τις «βυθίσεις» και τα χαμηλόφωνα μελίσματα.
«Απόψε φίλα με»: Από την ίδια συναυλία ένα τραγούδι των Χιώτη – Κολοκοτρώνη που είχαν ηχογραφήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης με την Καίτη Γκρέι το 1954.
«Αντρα μου πάει»: Από την ηχογράφηση της συναυλίας στο Ηρώδειο το 1999 ένα τραγούδι των ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας για τη μετανάστευση και το κλάμα της γυναίκας, η οποία αποχωρίζεται το ταίρι της. Γράφτηκε από τον Franco Corliano στο χωριό Calimera του Σαλέντο και περιγράφει τις δύσκολες στιγμές της οικογένειάς που μένει πίσω. Οι προηγούμενες ηχογραφήσεις είναι της Μαρίας Φαραντούρη και της Χαρούλας Αλεξίου.
Η Μαρινέλλα στα «ΝΕΑ»
«Εκεί πάνω, στη σκηνή, ο καθένας είναι μόνος του. Δεν μπορεί να τον ακολουθήσει κανένας άλλος. Μόνος του βγάζει το φίδι από την τρύπα. Αν αυτή τη στιγμή, αυτός ο χώρος που βρισκόμαστε γινόταν μια μικρή σκηνή και μου έριχναν ένα φως και κάτω γινόταν σκοτάδι, αυτομάτως θα γινόμουν αυτό που λέτε. Θα ένιωθα το φως μέσα μου. Και θα τραγούδαγα. Εκείνη την ώρα τραγουδάω για μένα. Και αυτό το “για μένα” φθάνει, φαίνεται, κάτω. Αρκεί εκεί να υπάρχει σκοτάδι… Και, τότε, το κουκούλι μπορεί να γίνει πεταλούδα. Στη σκηνή δεν είχα ποτέ καμία ηλικία. Εξαφανίζονταν όλα. Ενιωθα πως πέταγα. Οτι χόρευα. Αυτός ο χορός, μέσα μου, αυτό το σκαμπανέβασμα, με άλλαζαν. Και αυτό συνέβαινε και όταν ήμουν άρρωστη ή όταν είχα χτυπήσει. Πάνω στη σκηνή, απαγόρευα στον εαυτό μου να κουτσαίνει. Και έπειτα, στα παρασκήνια, ούρλιαζα από τους πόνους».
«Οχι, δεν τα αγάπησα όλα τα τραγούδια μου. Δεν ήταν όλα καλά. Εχω πει και άσχημα τραγούδια όπως όλοι μας πιστεύω… Το θέμα είναι πώς τα λες. Πόσο τα υποστηρίζεις. Για να αποφασίσω να πω ένα τραγούδι στη σκηνή, σημαίνει ότι το πίστευα. Πίστευα ότι θα περάσει. Αυτό, βεβαίως, που γινόταν που έκανα εκεί στη σκηνή ήταν και παραπλανητικό, παγαπόντικο. Τους έκανα να ξεχνούν τι άκουγαν… Δεν θα υποστηρίξεις το παιδί σου; Θ’ αφήσεις να το φάει ο λύκος; Κι εγώ τα αγάπησα όλα αυτά τα παιδιά μου, τα τραγούδια».
(Από συνέντευξη στον Παύλο Αγιαννίδη, «ΤΑ ΝΕΑ», 25/4/1998)
«Τα μεγάλα τραγούδια είναι λαχνοί που τους τραβάς με κλειστά τα μάτια και κερδίζουν όλοι. Ακόμη και σήμερα μου έρχονται δάκρυα κάθε φορά που ακούω το “Χαμόγελο της Τζοκόντας” του Χατζιδάκι.
Ακούω ακόμη τους παλιούς τραγουδιστές, αλλά μαθαίνω και από τους νεότερους. Ακούω πώς λένε ένα τραγούδι παλιό και κερδίζω πράγματα. Είναι σωστό να λέμε ότι όπως ο Καζαντζίδης ή ο Μπιθικώτσης δεν θα τραγουδήσει κανείς ένα τραγούδι. Αλλά έχει δικαίωμα ο νέος που έρχεται ύστερα από 40 ή 50 χρόνια να βάζει μια δική του πινελιά. Το ευτύχημα φυσικά είναι να πάρει ένα τραγούδι και να το κάνει δικό του. Να μην το πει όπως ο Νταλάρας ή ο Πάριος ή η Χαρούλα. Να το πει με τον δικό του τρόπο, αλλά χωρίς να φύγει από τις νότες που έβαλε ο Τσιτσάνης. Αν το κάνει, θα είναι ιεροσυλία.
Στο αυτοκίνητο ακούω κλασική μουσική. Δεν είναι ο χώρος για να ακούσω λαϊκά, πράγμα που έχω σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια. Και δεν ακούω ούτε τον εαυτό μου. Σιγά μην ακούσω τη Μαρινέλλα…






