Ορισμένοι κατηγορούν τις ΗΠΑ για έπαρση και για υποτίμηση του εχθρού τους, όσον αφορά τον σχεδιασμό της επίθεσης που πραγματοποιούν από κοινού με το Ισραήλ. Ορισμένοι μάλιστα διακρίνουν μια στάση και συμπεριφορά που μοιάζει με τη στάση που είχαν οι Ρώσοι το 2022, όταν πίστεψαν στα σοβαρά ότι μπορούν να καταλάβουν το Κίεβο σε τρεις μέρες και ότι οι Ουκρανοί θα παραδώσουν μόνοι τους τα όπλα στους «αδελφούς» που είχαν έρθει να τους καταλάβουν.
Και ο Πούτιν και ο Τραμπ είχαν μια προηγούμενη «επιτυχημένη» εμπειρία που τους γέμισε με αυτοπεποίθηση και τους ώθησε να επαναλάβουν αυτή την εμπειρία σε μεγαλύτερη κλίμακα. Στη μια περίπτωση, ο Πούτιν κατάφερε να καταλάβει την Κριμαία χωρίς να υποστεί μεγάλες απώλειες, κάτι που έδωσε «πολιτικούς πόντους» στον ρώσο επικεφαλής, τον ανέβασε στα μάτια των υπηκόων του και προκάλεσε δέος στους συνομιλητές του στο εξωτερικό, τουλάχιστον σε ορισμένους από αυτούς.
Αντίστοιχα, και ο Τραμπ, μετά την επιτυχημένη αρπαγή του επικεφαλής της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, κατάφερε να ανεβάσει την αποδοχή του στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό και μάλλον αποφάσισε να επαναλάβει το ίδιο σε μεγαλύτερη κλίμακα ενόψει των προγραμματισμένων συνομιλιών του στην Κίνα αλλά και των ενδιάμεσων εκλογών τον Νοέμβριο.
Ωστόσο, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν κατάφεραν να «επαναλάβουν» την προηγούμενη εμπειρία, αλλά αντίθετα βάλτωσαν πολιτικά και στρατιωτικά. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν είναι δύο εντελώς διαφορετικές υποθέσεις, ωστόσο υπάρχουν και ορισμένα σημεία που δείχνουν να κινούνται παράλληλα.
Και οι Ρώσοι κατά την εισβολή τους στην Ουκρανία και οι Αμερικανοί – Ισραηλινοί κατά την επίθεση στο Ιράν επέτρεψαν στον εαυτό τους σημαντικά στρατηγικά λάθη στη φάση του σχεδιασμού. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις δύο καταστάσεις, σχολιάζει ο Ιγορ Σεμιβόλος, διευθυντής του Κέντρου Μεσανατολικών Σπουδών της Ουκρανίας, καθώς οι κοινωνίες της Ουκρανίας και του Ιράν είναι πολύ διαφορετικές.
«Οταν μιλάμε για την Ουκρανία, μιλάμε για ένα δημοκρατικό κράτος με αναγνωρισμένα κρατικά όργανα, ανεπτυγμένη κοινωνία των πολιτών και μια ξεκάθαρη αντίληψη για την υπαρξιακή απειλή που φέρει η Ρωσία. Και αυτό αφορούσε και την κοινωνία και την κυβέρνηση.
Η πτώση της εμπιστοσύνης των Ουκρανών στον Ζελένσκι εξελήφθη λανθασμένα από τους Ρώσους ως δείγμα αδυναμίας της Ουκρανίας, ότι με ένα σπρώξιμο το σύστημα θα διαλυθεί. Διάβαζαν λάθος αυτούς τους αριθμούς, έβλεπαν μόνο την ιεραρχία και αγνοούσαν την κοινωνία. Και σε αυτό έκαναν μεγάλο λάθος», αναφέρει ο αναλυτής, μιλώντας για τον σχεδιασμό των δύο πολέμων.
«Λάθος έκαναν και οι εκτιμήσεις των Αμερικανών – Ισραηλινών κατά τον σχεδιασμό τους. Καταλάβαιναν ότι υπάρχει μια σημαντική σύγκρουση μεταξύ της κοινωνίας και της εξουσίας, όπως φάνηκε καθαρά τον Ιανουάριο. Εκτίμησαν λοιπόν ότι αρκεί να βγάλουν από τη μέση τους βασικούς παίκτες της κεντρικής εξουσίας ώστε να ακολουθήσει κατάρρευση.
Αρα λοιπόν και στις δύο περιπτώσεις, και της Ουκρανίας και του Ιράν, υπήρχαν λάθος εκτιμήσεις κατά τον σχεδιασμό αλλά διαφορετικής φύσεως. Στην πρώτη περίπτωση οι Ρώσοι δεν είδαν την ουκρανική κοινωνία ως μια ξεχωριστή οντότητα και στη δεύτερη οι σύμμαχοι υπερεκτίμησαν τις συνέπειες της εξόντωσης των ανθρώπων – κλειδιά στο Ιράν», τονίζει ο Σεμιβόλος και συνεχίζει:
«Δηλαδή στην πρώτη περίπτωση στρατηγικό λάθος σχεδιασμού ήταν τα λανθασμένα στοιχεία που είχαν οι Ρώσοι για την ετοιμότητα των Ουκρανών να αντισταθούν και στη δεύτερη η ανθεκτικότητα του συστήματος του Ιράν».
Στο Κίεβο πολιτικοί και υπηρεσιακοί παράγοντες αναλύουν σε πραγματικό χρόνο τον πόλεμο στο Ιράν καθώς θεωρούν ότι η εξέλιξή του θα έχει σημαντική επίπτωση και στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία για μια σειρά από λόγους.
«Είναι κάτι πάνω στο οποίο δούλεψαν πολύ οι Ιρανοί το προηγούμενο διάστημα. Οι Ιρανοί προέβλεπαν ότι τέτοια χτυπήματα, όπως κατά του Χαμενεΐ, μπορεί να υπάρξουν. Ο ίδιος αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και ήταν έτοιμος για έναν θάνατο μάρτυρα. Αλλά ήταν βασικό για αυτόν, μετά τον θάνατό του, το σύστημα να μην καταρρεύσει. Και αυτό δεν φαίνεται να το εκτίμησαν σωστά οι Αμερικανοί με τους Ισραηλινούς», τονίζει ο Σεμιβόλος.
Εκτός από το θέμα του λανθασμένου σχεδιασμού, βλέπουμε στρατιωτικές ομοιότητες, με πρώτη απ’ όλες την ικανότητα ενός μικρότερου κράτους να αντέξει το χτύπημα από ένα κράτος που υπερτερεί στρατιωτικά. Εκτός από το θέμα των κινήτρων και του σθένους της αντίστασης του αμυνομένου, δεν μπορεί να μην αναφερθεί το ζήτημα της ασυμμετρίας του πολέμου, που εφεξής θα είναι παρούσα σε όλες τις μελλοντικές συγκρούσεις.
Οταν δηλαδή αφενός μέσα προσβολής μικρού κόστους θα πλήττουν στόχους και θα προκαλούν ζημιές σε στόχους με πολλαπλάσια αξία και όταν αφετέρου ο πόλεμος θα διεξάγεται εξ αποστάσεως και θα πλήττει στόχους βαθιά στα μετόπισθεν του εχθρού. Για το Ιράν αυτό ήταν κάτι που προετοιμαζόταν από πριν, φτιάχνοντας πυραύλους και drones. Οχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για να προμηθεύει – για παράδειγμα – τη Ρωσία για την εισβολή της στην Ουκρανία.
Για τους Ουκρανούς, αυτή η τακτική κρίθηκε αναγκαία και άρχισε να ετοιμάζεται συστηματικά μόλις το 2023, με το γνωστό δόγμα που ονομάστηκε «μακρύ χέρι» και προέβλεπε τη δημιουργία οπλοστασίου, πυραύλων και drones που θα μπορούν να πλήττουν στόχους στο βάθος της Ρωσίας, όχι μόνον αμιγώς στρατιωτικούς αλλά και εκείνους που μπορούν να επηρεάσουν τη συνολική ικανότητα της χώρας στο να διεξάγει πόλεμο, όπως οι εγκαταστάσεις πετρελαίου.






