Στην πρόσφατη ταινία «Νυρεμβέργη», η οποία στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στη δίκη της Νυρεμβέργης, που σηματοδότησε την έννοια της δικαιοσύνης μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κεντρικό θέμα της πλοκής ήταν ο σχεδιασμός του χώρου, για να γίνει μια πολυπρόσωπη δίκη, με όλους τους κανόνες της δημοσιότητας. Υπήρχε πρόβλεψη για τους κατηγορούμενους, τους δικαστές, τους δικηγόρους, για τη φρουρά και τις υπηρεσίες που εργάζονταν για την ασφάλεια όσων συμμετείχαν, και βέβαια είχε γίνει προεργασία για τους δημοσιογράφους που θα μετέδιδαν τις εξελίξεις. Εκτός από το δικονομικό πλαίσιο που θα διασφάλιζε μια δίκαιη δίκη, υπήρξε μεγάλη φροντίδα για τα logistics της δίκης. Ολα έπρεπε να δουλεύουν ρολόι, επειδή έπρεπε να διασφαλιστούν η διαφάνεια, η νηφαλιότητα των παραγόντων της δίκης, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Μεταξύ άλλων, η ταινία έδειχνε τον συντονισμό της προσπάθειας διαφόρων παραγόντων με στόχο το τελικό αποτέλεσμα – κι ύστερα το τελικό αποτέλεσμα που ήταν αποτέλεσμα σχεδιασμού.

Στη δίκη των Τεμπών, που όλοι αναμέναμε και άρχισε χθες, υπήρχε ένα διάστημα τριών χρόνων για να ετοιμαστεί ένας ιδανικός χώρος στον οποίο θα ξετυλιγόταν το δράμα του δυστυχήματος που βύθισε στη θλίψη δεκάδες οικογένειες και τους συγγενείς τους και έχει αναστατώσει ολόκληρη τη χώρα. Η προσπάθεια χρησιμοποίησης της δίκης για αλλότρια πολιτικά αποτελέσματα ήταν ένας ακόμα λόγος για τον οποίο όλα θα έπρεπε να λειτουργούν άψογα. Εκ του αποτελέσματος, αυτό δεν συνέβη. Κι αυτό είναι ένα πρώτο πλήγμα που δέχεται μια διαδικασία η οποία είναι απαραίτητο να κυλήσει απρόσκοπτα.

Αν αρχίσουμε από το πρώτο και το βασικότερο, τη διευκόλυνση όσων είναι επιφορτισμένοι για τη μετάδοση των γεγονότων, όσων διασφαλίζουν τη δημοσιότητα της δίκης, των δημοσιογράφων, ε, δεν είχε ληφθεί, έστω, πρόνοια για διαπιστεύσεις. Σοβαροί επαγγελματίες του Τύπου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, βρέθηκαν έξω από τον χώρο της δίκης στις 6 το πρωί, για να είναι βέβαιοι ότι θα μπουν στην αίθουσα όταν αρχίσει.

Η αίθουσα της δίκης αποδείχτηκε μικρή. Συνωστίστηκαν παράγοντες, επαγγελματίες, αλλά και συγγενείς, με εύλογο ενδιαφέρον. Δεν υπήρχε πρόνοια για στοιχειώδη απόσταση των κατηγορούμενων από τους συγγενείς των θυμάτων του δυστυχήματος, απαραίτητο στοιχείο σε μια δίκη με τόσο μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Χώρος για δημοσιογράφους είχε προβλεφθεί στις πίσω σειρές. Εξω από τον χώρο είχαν στηθεί τρία λυόμενα κοντέινερ για τους δημοσιογράφους, τα οποία όμως δεν πληρούσαν τους όρους για παρακολούθηση όσων συνέβαιναν στο δικαστήριο. Ολα είχαν πάει στραβά.

Κι όμως. Η Ελλάδα έχει και στο παρελθόν διεξαγάγει μεγάλες, πολυπρόσωπες δίκες – έπρεπε δηλαδή να υπάρχει πείρα για το πώς γίνεται. Δίκες όπως των πρωταιτίων της χούντας και των βασανιστών, της «17 Νοέμβρη» και της Χρυσής Αυγής θα έπρεπε να έχουν λειτουργήσει ως συσσωρευμένη εμπειρία.

Στην περίπτωση των υποδομών της δίκης των Τεμπών, τέτοια εμπειρία δεν χρησιμοποιήθηκε. Με αποτέλεσμα στη χθεσινή πρεμιέρα να υπάρξουν σοβαρά προβλήματα – τα οποία, όπως εύλογα μπορεί να καταλάβει κανείς, λειτουργούν υπέρ όσων εργάζονται για την απαξίωση του δικαστηρίου και για την αμφισβήτηση του κύρους της Δικαιοσύνης.

Κι αν από την αρχή μια τέτοια δίκη έχει προβλήματα, χαμένη βγαίνει η πολιτεία – και αμέσως μετά, χαμένη βγαίνει η Δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου. Και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου. Ενα οργανωτικό πρόβλημα, δηλαδή, ενισχύει τις δυνάμεις που αντιστρατεύονται τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Ελπίζω ότι, ήδη, κάποιοι τρέχουν να διορθώσουν ό,τι έχει πάει στραβά.

Ο κόσμος αλλάζει και για τα ταξί

Η χθεσινή συγκέντρωση, στο Σύνταγμα, των απεργών ιδιοκτητών και οδηγών ταξί δεν ήταν όσο μεγάλη θα ανέμενε κανείς. Οι απεργίες δεν φάνηκαν ικανές να αλλάξουν την κυβερνητική βούληση για αλλαγές στην αγορά των ταξί. Είναι εύλογο. Σαν να προσπαθούν οι εκπρόσωποι ενός κλειστού επαγγέλματος να κρατήσουν τα πράγματα στο παρελθόν, ενώ ο κόσμος γύρω έχει αλλάξει.

Το σωματείο του Θύμιου Λυμπερόπουλου, δηλαδή, δεν μπορεί να έχει απαίτηση για τα τουριστικά βαν που χρησιμοποιούν τα ξενοδοχεία. Ούτε είναι η ίδια εποχή που οι ταξιτζήδες πήραν μια πρώτη νίκη απέναντι στις πλατφόρμες – όσοι τις χρησιμοποιούν ξέρουν ότι χάρη σ’ αυτές βελτιώθηκε και η ποιότητα και η ασφάλεια της μετακίνησης.

Ούτε η σύγκρουση με τον αναπληρωτή υπουργό, Κωνσταντίνο Κυρανάκη, απέδωσε. Το αντίθετο. Ο υπουργός περιέγραψε κάποιες όψεις της καθυστέρησης στο επάγγελμα. Η εκδηλωμένη πρόθεση όσων εργάζονται στις πλατφόρμες ή με πελάτες, ξενοδοχεία και τουριστικά γραφεία να μην πειθαρχήσουν στην απεργία είναι ένα ακόμα δεδομένο. Σοβαρό δεδομένο είναι και ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση πιέζει για απελευθέρωση του επαγγέλματος. Αντί, λοιπόν, οι ταξιτζήδες, και ιδίως οι μεγαλοϊδιοκτήτες αδειών, να παλεύουν με ανεμόμυλους, θα ήταν πιο πρόσφορο να παραδεχτούν την ανάγκη μιας ομαλής μετάβασης προς ένα πιο ανοιχτό επάγγελμα. Και να επενδύσουν στην ποιότητα των υπηρεσιών τους.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.