Οι επερχόμενες βουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία θα έχουν ευρύτερες επιπτώσεις τόσο για την ίδια τη χώρα όσο και για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η κεντρική γεωπολιτική πρόκληση για την ΕΕ είναι να υπερασπιστεί την Ευρώπη απέναντι στην επιθετικότητα τόσο της Ρωσίας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών – καθεμία από τις οποίες επιτίθεται βίαια για να αντισταθμίσει τη δική της σχετική απώλεια ισχύος – με το καθεστώς του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπαν, να παρεμποδίζει αυτή την προσπάθεια εδώ και καιρό. Ακόμη όμως και αν ο Ορμπαν τελικά ηττηθεί, οι ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αντλήσουν τα σωστά διδάγματα από τα 15 χρόνια της ανελεύθερης, κακής διακυβέρνησής του.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναλογιστούν τα τρωτά σημεία στη δομή της ΕΕ που επέτρεψαν στον Ορμπαν να προκαλέσει τόση ζημιά εξαρχής. Χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, το μπλοκ δεν μπορεί να ελπίζει στην οικοδόμηση ανθεκτικότητας απέναντι σε νέες διεθνείς απειλές. Μετατρέποντας τα προνόμια της συμμετοχής στην ΕΕ σε μοχλούς πίεσης, που έχουν εκμεταλλευτεί αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, ο Ορμπαν δημιούργησε ένα εγχειρίδιο στρατηγικής που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και άλλοι στο μέλλον.

Επί χρόνια, τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων δεν διοχετεύονταν σε ούγγρους πολίτες που είχαν ανάγκη, αλλά σε ολιγάρχες που τηρούν στάση υποταγής στον Ορμπαν. Ωστόσο, η αναστολή εκταμίευσης κονδυλίων προκειμένου να ασκηθεί πίεση στο καθεστώς δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, επειδή ο Ορμπαν εκμεταλλεύτηκε αυτές τις κινήσεις για να παρουσιάσει την ΕΕ ως εχθρό του ουγγρικού λαού.

Επιπλέον, έχει καταχραστεί το δικαίωμα του βέτο – ένας μηχανισμός που σχεδιάστηκε για να εγγυάται την εποικοδομητική ομοφωνία, έχει υποβιβαστεί σε μέθοδο εκβιασμού. Ενα άλλο δομικό χαρακτηριστικό που έχει ωφελήσει τον Ορμπαν είναι η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων εντός της ΕΕ, επιτρέποντας σε όσους διαφορετικά θα μπορούσαν να τον αμφισβητήσουν, απλώς να αναζητήσουν ευκαιρίες αλλού.

Με αυτούς και άλλους τρόπους ο Ορμπαν έχει γελοιοποιήσει την ευρωπαϊκή συνοχή. Και δεν είναι ο μόνος. Αρχικά σχεδιασμένη ως σχήμα στο πλαίσιο της ενταξιακής διαδικασίας της ΕΕ, η Ομάδα του Βίσεγκραντ (V4) – Τσεχία Ουγγαρία, Πολωνία και Σλοβακία – έχει εξελιχθεί σε πεδίο δράσης ευρωσκεπτικιστών, που επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν ένα αίσθημα κεντροευρωπαϊκής αλληλεγγύης για να υπονομεύσουν ευρωπαϊκούς κανόνες και αξίες.

Ο Ορμπαν έχει επίσης καταχραστεί την υψηλού κύρους πλατφόρμα που προσφέρει η ιδιότητα του μέλους της ΕΕ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ΕΕ, άθελά της, έχει ενισχύσει το ανελεύθερο μοντέλο του Ορμπαν, το οποίο πλέον προσελκύει υποστηρικτές της Δεξιάς από όλο τον κόσμο. Για παράδειγμα, ο Ορμπαν και άλλοι αντι-φιλελεύθεροι έχουν βρει κοινό έδαφος στην εναντίωση στη μετανάστευση. Ο ίδιος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή της εισροής αιτούντων άσυλο το 2015 σε μια πλήρους κλίμακας κρίση για την ΕΕ. Παραβίασε επίσης τους κανόνες της ζώνης Σένγκεν, εμποδίζοντας τη διέλευση  εταναστών προκειμένου να ασκήσει πίεση στη Γερμανία.

Τέλος, στο ζήτημα της διεύρυνσης της ΕΕ, ο Ορμπαν προσποιείται ότι υποστηρίζει την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Ταυτόχρονα, όμως, επιδεικνύει μια οιονεί μαφιόζικη αλληλεγγύη προς καθεστώτα που επωφελούνται από την κόπωση της ενταξιακής διαδικασίας (όπως αυτό της Σερβίας) και στηρίζει πολιτικούς που απειλούν το εύθραυστο περιφερειακό status quo (όπως ο Μίλοραντ Ντόντικ στη Βοσνία).

Οι ηγέτες της ΕΕ δεν πρέπει να επιτρέψουν να αποδώσουν καρπούς αυτές οι κυνικές τακτικές. Αντίθετα, η ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει καλύτερα εργαλεία για την αντιμετώπιση πιθανών εσωτερικών υπονομευτών, όπως διασφαλίζοντας ότι η συνοχή και η διεύρυνση αλληλοενισχύονται αντί να υποκαθιστούν η μία την άλλη, και εφαρμόζοντας τους όρους του κράτους δικαίου με μεγαλύτερη συνέπεια εντός της ΕΕ.

Χάρη στον Ορμπαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ είχαν άφθονο χρόνο να εξοικειωθούν με τις δικές τους δομικές αδυναμίες. Οι τακτικές του Ορμπαν – όπως αυτές του ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ – είναι πλέον γνωστές. Το ουγγρικό προηγούμενο κατέστησε σαφές τι απαιτεί η ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα: όχι μια συμβολική μεταπολεμική ενότητα, αλλά την πολιτική ικανότητα να αντιμετωπίζονται όσοι μετατρέπουν θεσμικές και κοινωνικές αδυναμίες – στο εσωτερικό και στο εξωτερικό – σε πηγή ισχύος. Αυτού του είδους η περιορισμένη και, τελικά, αυτοκαταστροφική μόχλευση δεν θα πρέπει να εκφοβίζει μια Ενωση που φιλοδοξεί να δρα γεωπολιτικά.

Ο Ανταμ Μπέντσε Μπάλαζ είναι ερευνητής στην Εδρα Jean Monnet Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Πάσσαου και επισκέπτης ερευνητής στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών (IWM).

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.