Στο βιβλίο της «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), που εκδόθηκε το 1970 και για το οποίο ο Τζορτζ Στάινερ είχε γράψει στον New Yorker ότι κάθε κριτική συνιστά αναίδεια και ότι το μόνο που θα μπορούσε να συστήσει στους αναγνώστες ήταν να το διαβάσουν και μετά να το ξαναδιαβάσουν, η Ναντιέζντα Μαντελστάμ γράφει: «Κάθε κομμάτι του πληθυσμού έχει προσβληθεί από τη διαλυτική ασθένεια που προκαλεί ο τρόμος, και κανείς δεν έχει ακόμη ανακάμψει ούτε είναι σε θέση να επιστρέψει στην κανονική ζωή. Η ασθένεια αυτή περνάει στην επόμενη γενιά, τα παιδιά πληρώνουν για τις αμαρτίες των πατεράδων τους και ίσως μόνο τα εγγόνια αρχίζουν να την ξεπερνούν – ή τουλάχιστον την εισπράττουν με διαφορετικό τρόπο».

Η Ναντιέζντα έγραψε αυτό το βιβλίο πάνω από τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατο του άντρα της, του μεγάλου ποιητή Οσιπ Μαντελστάμ, σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και περιγράφει τις επιπτώσεις ενός τυραννικού καθεστώτος τόσο για αυτούς που το υπηρετούν όσο και για εκείνους που αντιστέκονται σ’ αυτό. Αφού πεθάνει ο τύραννος, και στεγνώσουν τα δάκρυα λύπης ή χαράς, η πηγή τους, η εξαφάνιση δηλαδή μιας πραγματικότητας που έμοιαζε ακλόνητη, μένει με τους πολίτες για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι άνθρωποι δεν κλαίνε φυσικά για τους ίδιους λόγους, γράφει στο Atlantic ο Γκαλ Μπέκερμαν, συγγραφέας του υπό έκδοση βιβλίου με τίτλο «Πώς να είσαι ένας αντιφρονών». Ο ιρανός παρουσιαστής θρηνούσε για την απώλεια του «πατέρα» του, όπως το έθεσε, ενώ για την εξόριστη ακτιβίστρια και τόσο πολλούς ακόμη Ιρανούς είτε στην εξορία είτε στην πατρίδα τους ο Αλί Χαμενεΐ ήταν ένα κτήνος που ήλεγχε κάθε κομμάτι της ζωής τους κι ίσως να είχε διατάξει τον βασανισμό ή τη δολοφονία κάποιων φίλων τους. Υπάρχουν δάκρυα οργής και δάκρυα ανακούφισης και δεν είναι πάντα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Ενδεχομένως όμως να οφείλονται σε έναν λόγο: το κομμάτιασμα μιας πυξίδας.

Το 1986, στη δέκατη επέτειο του θανάτου του Μάο, οι Los Angeles Times δημοσίευσαν μια σειρά από μαρτυρίες Κινέζων που διηγούνταν τι ένιωσαν όταν έφυγε ο Μεγάλος Τιμονιέρης. «Οι πρώτες λέξεις που μάθαμε να λέμε ήταν Ζήτω ο πρόεδρος Μάο», είπε ένας φοιτητής. «Οι πρώτες λέξεις που μάθαμε να γράφουμε ήταν Ζήτω ο πρόεδρος Μάο. Ηταν ο Θεός. Και ο Θεός δεν πεθαίνει ποτέ». Ενας άλλος είπε ότι είχε μείνει άναυδος με το νέο, γιατί όταν ήταν μικρός τού έλεγαν ότι ο Μάο θα ζούσε 10.000 χρόνια. Ενας τρίτος είπε ότι στο σχολείο του όλοι είχαν βάλει τα κλάματα εκτός απ’ αυτόν και ανησυχούσε πώς θα επηρέαζε το γεγονός αυτό το μέλλον του στο κόμμα. «Οι συμμαθητές μου έκλαιγαν ρυθμικά κι εγώ τους θαύμαζα και τους ζήλευα, ώσπου τα μάτια μου δάκρυσαν. Μπορούσα κι εγώ λοιπόν. Μπορούσα. Τότε έβαλα τα κλάματα».

Μαζί με τον δικτάτορα, πεθαίνει και η προβλεψιμότητα. Σε ένα άρθρο που έγραψε για τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Στάλιν, με τίτλο «Σκέψεις για ένα δημιούργημα της κόλασης», ο σοβιετικός ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι τόνισε ότι καταλάβαινε απολύτως τα δάκρυα που χύθηκαν τον Μάρτιο του 1953. Ο Στάλιν ήταν για τριάντα χρόνια μια παρουσία εξίσου σταθερή με τον ουρανό, οι πολίτες μεγάλωναν, παντρεύονταν, χώριζαν, έκαναν παιδιά, γερνούσαν και όλο αυτό το διάστημα το πορτρέτο του Πατερούλη ήταν πάνω από τα κεφάλια τους.

Για τους Σοβιετικούς, ο Στάλιν ταυτιζόταν με τη συνείδησή τους. Το ίδιο ισχύει και για τον Χαμενεΐ, παρατηρεί ο Μπέκερμαν στο Atlantic. Επί τρεις δεκαετίες, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης καθόριζε τα όρια της ηθικής, της σκέψης, του τι μπορούσε να λεχθεί και τι μπορούσε να φορεθεί. Οι Ιρανοί δεν μπορούν λοιπόν τώρα να αποβάλουν την αίσθηση της ρήξης ή τις δεκαετίες τρόμου που προηγήθηκαν. Ακόμη κι εκείνοι που τον σιχαίνονταν, αλλά δεν είχαν γνωρίσει άλλο ηγέτη, ίσως να μην ξέρουν πού να στραφούν. Είναι σαν το παιδί ενός κακοποιητικού πατέρα, που μπορεί να χρειαστεί μια ολόκληρη ζωή για να ξεπεράσει όσα έζησε.

Μια αίσθηση αδυναμίας

«Ο πιο συνηθισμένος λόγος που πυροδοτεί μια συναισθηματική έκρηξη είναι μια αίσθηση ανημποριάς και αδυναμίας», γράφει στο βιβλίο του «Γιατί κλαίνε μόνο οι άνθρωποι» ο ολλανδός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τίλμπουργκ Αντ Φίνγκερχουτς, ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στο φαινόμενο του κλάματος. Κατά την άποψή του, οι συγκινήσεις συνδέονται στενά με τη γνωστική λειτουργία. Οι συγκινήσεις δεν προκαλούνται ποτέ από εξωτερικά γεγονότα, αλλά από τον τρόπο που αξιολογούμε αυτά τα γεγονότα. Είναι σημαντικό ένα γεγονός για μας ή όχι; Αν δεν είναι σημαντικό, δεν προκαλεί καμιά συγκίνηση. Αν είναι σημαντικό, είναι θετικό ή αρνητικό; Αν είναι αρνητικό, αποτελεί πρόκληση ή απώλεια; Εχει σημασία επίσης ποιος προκάλεσε αυτό το γεγονός. Αν το προκάλεσα εγώ, αισθάνομαι ένοχος. Αν το προκάλεσε ο γείτονας, αισθάνομαι οργή. Αν το προκάλεσε η μοίρα, αισθάνομαι λύπη ή απλώς αποδοχή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Η Κατερίνα Παναγοπούλου Face2Face με την Ρέα Πεϊμάνι: Ο εφιάλτης να ζεις στο Ιράν