Σήμα κινδύνου σήμαναν χθες οι εκπρόσωποι των γιατρών του ΕΣΥ σε Αθήνα και Πειραιά για τις συνθήκες (υπερ)εργασίας των ειδικευόμενων γιατρών. Σε ανακοίνωσή τους, που κοινοποίησαν στην ηγεσία του υπουργείου Υγείας, αφήνουν αιχμές για νέους επιστήμονες που έχουν φτάσει στα όρια αντοχής τους ενώ παράλληλα θέτουν πλέον ζήτημα ασφαλούς εφημέρευσης.
Εν τω μεταξύ, τα ανελαστικά ωράρια, ο φόρτος αλλά και η εργασιακή ανασφάλεια δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο αναιμικού ενδιαφέροντος και συνεπακόλουθων ελλείψεων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αναλυτικότερα, η Ενωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας και Πειραιά (ΕΙΝΑΠ) σημειώνει ότι η «μαύρη τρύπα» σε ειδικευόμενους, κυρίως παθολόγους, έχει ως αποτέλεσμα οι υπάρχοντες να υπερβαίνουν το πλαφόν των 7 εφημεριών ανά μήνα για να καλύψουν το πρόγραμμα εφημέρευσης ενώ οι βάρδιες καλύπτονται με μικρότερο αριθμό απ’ ό,τι ορίζει το πρόγραμμα ασφαλούς εφημέρευσης.
Υπό τις συνθήκες αυτές οι διοικήσεις των νοσοκομείων καταφεύγουν σε λύσεις – μπαλώματα αναγκάζοντας «ειδικευόμενους άλλων ειδικοτήτων να εφημερεύουν για να καλύψουν τις ανάγκες των παθολογικών κλινικών», όπως περιγράφεται στην ίδια ανακοίνωση, ενώ η αύξηση των νοσηλευόμενων έχει αυξήσει ανάλογα το φόρτο εργασίας και στο πρωινό ωράριο εργασίας.
Τι υποστηρίζει πρόσφατη ευρωπαϊκή μελέτη
Κι αν οι περιγραφές αυτές μεταφράζονται από ορισμένους ως «εσωτερική γκρίνια», η εξάντληση των νεότερων γιατρών (εντός και εκτός συνόρων) επιβεβαιώνεται από πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης Νέων Ιατρών (European Junior Doctors) αποδεικνύοντας πως πρόκειται για δομικό πρόβλημα. Οι απαντήσεις συνολικά 6.165 συμμετεχόντων από 26 χώρες δείχνουν ότι εφτά στους δέκα νέους γιατρούς εργάζονται πάνω από το νόμιμο όριο των 48 ωρών την εβδομάδα.
Πάντως, κάθε άλλο παρά έκπληξη προκαλεί, ότι οι ειδικευόμενοι στην Ελλάδα είναι οι πιο σκληρά εργαζόμενοι, καθώς σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία καταγράφουν τον υψηλότερο μέσο όρο εβδομαδιαίας εργασίας (συνολικά 72 ώρες).
Η εντατική εργασία εντούτοις, στην οποία συχνά εξαναγκάζονται, όπως όλα δείχνουν ούτε αναγνωρίζεται, ούτε ανταμείβεται. Για παράδειγμα στην Ελλάδα, όπως επίσης στη Μάλτα και τη Λιθουανία, οι ημέρες ανάπαυσης τον μήνα δεν ξεπερνούν τις 4 με 5, όταν ο ευρωπαϊκώς μέσος όρος ξεπερνά τις 6. Επίσης, οι ειδικευόμενοι που συμμετέχουν στην έρευνα μαρτυρούν ότι η υπερεργασία τους δεν συνοδεύεται από έξτρα απολαβές, τουλάχιστον όμως από τις απαντήσεις τους προκύπτει ότι δεν στερούνται την ετήσια άδεια που τους αναλογεί.
Υπό τα δεδομένα αυτά, χώρες όπως η Ολλανδία μοιάζει με εργασιακό παράδεισο για τους νέους γιατρούς, καθώς στα νοσοκομεία εκεί ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας δεν ξεπερνά τις 45 ώρες, παρ’ όλ’ αυτά οι συνάδελφοί τους έχουν στη διάθεσή τους περισσότερα από οχτώ 24ωρα ξεκούρασης τον μήνα.
Δυναμίτης στα θεμέλια της υγείας
Επιπρόσθετα, η έρευνα καταλήγει σε ένα ακόμη ανησυχητικό συμπέρασμα: τον υψηλό βαθμό δυσαρέσκειας μεταξύ των νεότερων γιατρών στην Ευρώπη, γεγονός που δυναμιτίζει τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας. Είναι ενδεικτικό ότι σχεδόν ένας στους τρεις ειδικευόμενους εξέφρασε μέτρια ή μεγάλη δυσαρέσκεια για την εργασία και την επαγγελματική τους ανάπτυξη, ενώ ένα άλλο 23% απάντησε με αμφιθυμία.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο δυσοίωνη όταν οι ερωτήσεις επικεντρώνονται στην ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Μόνο ένας στους τέσσερις νέους γιατρούς δηλώνει ικανοποιημένος ή πολύ ικανοποιημένος, ενώ το 50% και πλέον εκφράζει δυσαρέσκεια. Το εύρημα αυτό, σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο καθώς όταν οι δύο βασικοί πυλώνες της ζωής (δηλαδή, η προσωπική και επαγγελματική ζωή) δεν βρίσκονται σε αρμονία, η εξουθένωση και η εγκατάλειψη του επαγγέλματος γίνονται σχεδόν αναπόφευκτες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας.
Συνεπώς, «οι υπερβολικές ώρες εργασίας των νεότερων γιατρών θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των ασθενών, υπονομεύουν την ποιότητα της εκπαίδευσης και επιδεινώνουν την υπάρχουσα έλλειψη εργατικού δυναμικού», υπογραμμίζεται στα συμπεράσματα της ίδιας μελέτης.






