Και όμως η συγκίνηση μπορεί να είναι χρησιμότερη από άλλη μια διαμάχη περί τους Εμφυλίους 1943-1949. Ο λόγος βεβαίως για τη συγκλονιστική εικόνα των «200 της Καισαριανής». Η φωτογραφία δεν προσφέρει κάτι καινούργιο στις απόψεις για την ελληνική ιστορία της Κατοχής και του Εμφυλίου, εξού και επανεμφανίστηκαν στον δημόσιο λόγο καθιερωμένες διαφορετικές ματιές. Ηταν κομμουνιστές ή πατριώτες; Η αριστερή μικροκομματική εκμετάλλευση συναντιέται με την ξεθυμασμένη εθνικοφροσύνη. Λες και το ένα δεν συμβάδιζε με το άλλο, λες και δεν ξέρουμε ότι η αντίσταση στην Κατοχή αποτέλεσε το μεγάλο καμίνι μέσα στο οποίο μικρά τριτοδιεθνιστικά λενινιστικά κόμματα του Μεσοπολέμου μετασχηματίστηκαν σε μεγάλα μαζικά λαϊκά κόμματα που χάλκεψαν νέους δεσμούς με το έθνος και την εθνική ιστορία της χώρας τους. Στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Γιουγκοσλαβία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Να αντιδιαστείλουμε τους «200» από τη μια, και τη Λέλα Καραγιάννη από την άλλη; Ή μήπως καλύτερα να πειστούμε επιτέλους ότι η σημερινή κοινωνία μπορεί να χωρέσει και τις δύο θυσίες παρά την ιδεολογική διαφορά τους;

Εδώ έγκειται η χρησιμότητα της γενικευμένης συγκίνησης που προκάλεσε η δύναμη της φωτογραφίας, των βλεμμάτων, των κινήσεων, της αξιοπρέπειας των «200». Δεν είναι ανάγκη να είσαι αριστερός για να την αισθανθείς. Η στάση απέναντι στον θάνατο αγγίζει πάντα τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Η συγκίνηση μπορεί να γίνει αντικείμενο άλλης μιας διαμάχης, μπορεί όμως να γίνει και κίνητρο για να δούμε τον εαυτό μας, να αναλογιστούμε τη διαδρομή που κάναμε, τα άλματα που έγιναν, τα τραύματα που έμειναν, και κυρίως τις οπισθοχωρήσεις που σημειώνονται.

Ξεκινώντας από το βασικό. Oτι είμαστε τα παιδιά της Συμφιλίωσης. Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δεν έχουμε βιώσει άμεσα την Κατοχή και τον Εμφύλιο, αντιθέτως βιώνουμε την εθνική δημοκρατική Συμφιλίωση που έγινε ρητά και άρρητα με τη «Μεταπολίτευση». Δεν ήταν μια στιγμιαία κατάκτηση αλλά η απόληξη μιας πολυεπίπεδης διαδρομής. Αφορούσε τις πολιτικές ηγεσίες, την κοινωνία, την ιδεολογία και την ψυχολογία καθώς το τραυματικό γεγονός απομακρυνότανε στον χρόνο.

Οι εθνικές ηγεσίες το επιδίωξαν συνειδητά, κυρίως της Δεξιάς και της Αριστεράς, άλλες φωναχτά και άλλες ψιθυριστά. Hταν ηγεσίες που είχαν βιώσει την Κατοχή, τον Εμφύλιο, και στη συνέχεια τη Δικτατορία. Δεν τα διάβαζαν μόνο στα βιβλία όπως οι μετέπειτα. Τα προσωπικά βιώματα ενδυνάμωναν το αίσθημα ευθύνης να ανοίξουν μια νέα εθνική εποχή μακριά από την εμφυλιοπολεμική συνθήκη. Προσωπικά το έβλεπα στους ηγέτες της ανανεωτικής Αριστεράς τους οποίους συναναστράφηκα λόγω της πολιτικής μου ένταξης. Τον Κύρκο, τον Δρακόπουλο, τον Φιλίνη, και αργότερα τον Φαράκο. Αλλά και ο Φλωράκης, όπως έλεγαν οι κοντινοί του, φύλαγε τον παραδοσιακό κομμουνισμό του στο εικονοστάσι, δεν τον έβγαζε όμως στους δρόμους για να διχάσει. Το ίδιο συνέβαινε και στην αντίπερα όχθη, με τον Καραμανλή να ενορχηστρώνει τη μεταπολίτευση, τον Ράλλη να συνεχίζει, και τον Κανελλόπουλο να υμνεί την ενωμένη εθνική αντίσταση, Ο Αντρέας Παπανδρέου παρουσιαζόμενος συχνά ως «κεντρώος» αμέτοχος δήθεν του Εμφυλίου, είχε την πολυτέλεια να αναρριπίζει την πόλωση, έμελλε όμως να συμβάλει θεσμικά στην καταλλαγή με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Η δημοκρατική συμφιλίωση της Μεταπολίτευσης δεν ήταν όμως ένα απότομο συνειδησιακό σοκ. Είχε προηγηθεί ένας αργόσυρτος και συγκρουσιακός αναστοχασμός στο εσωτερικό του κάθε στρατοπέδου του Εμφυλίου. Κάτι σαν επίπονη επεξεργασία του ιστορικού τραύματος. Το καθένα άλλωστε είχε το δικό του επίμαχο ζήτημα. Στο στρατόπεδο των νικητών δεν αισθάνονταν όλοι ευχαριστημένοι με το ότι είχαν βρεθεί «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας» στηριγμένοι στους ταγματασφαλίτες και τους χίτες, ούτε ότι η μετεμφυλιακή Ελλάδα απέκλινε της δυτικής δημοκρατικής κανονικότητας.

Στο στρατόπεδο των ηττημένων ο αναστοχασμός ήταν πιο δραματικός. Πώς έφτασε το μεγάλο ΕΑΜικό κίνημα στη συντριβή; Η επιλογή του Εμφυλίου 1946-49 επικρίθηκε από το ίδιο το ΚΚΕ (1957) και βαθμιαία η κριτική επεκτάθηκε στην όλη περίοδο 1943-1949. Η κοινή τραγωδία της Δικτατορίας έφερε σε επαφή τις δύο διακριτές διαδικασίες αναστοχασμού, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις της δημοκρατικής συμφιλίωσης. Αλλωστε ο αναστοχασμός ανταποκρινόταν στις ανάγκες και τις διαθέσεις της κοινωνίας. Πόσω μάλλον που με τη Μεταπολίτευση η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου συνυφάνθηκε με τον εκδημοκρατισμό αλλάζοντας ριζικά τις ζωές των ανθρώπων. Κοντολογίς, λειτουργούσαν πια και στην Ελλάδα συνδυασμένα και οι δύο ατμομηχανές της νεωτερικότητας: και η Δημοκρατία και ο Καπιταλισμός.

Και ο Εμφύλιος; Συνέχισε ασφαλώς να επηρεάζει τις πολιτικές πεποιθήσεις ως βασική «διαιρετική τομή» όπως λέμε στην πολιτική κοινωνιολογία, και να μεταβιβάζεται μέσω της οικογενειακής ή τοπικής ιστορίας. Μάλιστα στην πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης, η δική μου γενιά «του Πολυτεχνείου» και οι αμέσως επόμενες ανασταίνανε προσωρινά το σχετικό παρελθόν φωνάζοντας «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Πολυτεχνείο» και κάνοντας μόδα τα αντάρτικα του Τζαβέλλα.

Από αντίδραση στον ακραίο αντικομμουνισμό της χούντας που είχε προηγηθεί. Μόδα πρόσκαιρη. Υπήρχε την ίδια ώρα ο Σαββόπουλος και ύστερα ήρθαν αδελφοί Κατσιμίχα, Πορτοκάλογλου, Μαχαιρίτσας και λοιπές δημοκρατικές μουσικές δυνάμεις. Το βασικό όμως ήταν άλλο. Η διαδικασία της ρητής και άρρητης συμφιλίωσης λειτουργούσε σιωπηλά καλλιεργώντας μια διαρκώς ισχυροποιούμενη μοντέρνα Δημοκρατική Ταυτότητα. Σε αυτήν εντάσσονταν και με αυτή διαπλέκονταν οι εμφυλιοπολεμικές ταυτότητες της Αριστεράς, της Δεξιάς και του Κέντρου. Δεν έχαναν τη γενεαλογία τους και τα σύμβολά τους, αλλά αναμορφώνονταν εσωτερικά για να προσαρμοστούν στις νέες ιστορικές συνθήκες της εθνικής συμφιλίωσης, του εκδημοκρατισμού και του βαθμιαίου εξευρωπαϊσμού της χώρας. Αλλωστε ο πόλεμος είχε τελειώσει. Και το 1989-1991 τέλειωσε και ο ιστορικός κομμουνισμός.

Και μετά τη χρεοκοπία; Τα αναθέματα κατά των «γερμανοτσολιάδων» και τα «Βάρκιζα τέλος» σήμαιναν μια επανενεργοποίηση του ρήγματος του Εμφυλίου; Οχι. Παρότι η διεθνής κρίση του 2008 και η εθνική οιονεί χρεοκοπία πιστοποιούσαν την έλευση μιας νέας εποχής. Πράγματι, το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα αποδομήθηκε, αναδύθηκε η νέα αντίθεση αντιμνημόνιο – μένουμε Ευρώπη, ο δημοκρατικός βίος υποβαθμίστηκε, παρήχθησαν τόνοι εχθροπάθειας και ανορθολογισμού. Η επίκληση όμως της Αντίστασης και του Εμφυλίου από τις αριστερές αντιμνημονιακές δυνάμεις, ήταν ένας δάνειος κούφιος λόγος που αφορούσε μια άλλη εποχή, άλλες γενιές και άλλες ιστορικοπολιτικές αντιπαραθέσεις. Δεν ανασύσταινε μια ιστορική ταυτότητα. Εξού και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να γίνει ιστορική παράταξη, αλλά διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη μέσα στο σημερινό απερίγραπτο «αντισυστημικό» τουρλουμπούκι.

Αντιθέτως και ευτυχώς, η δημοκρατική ταυτότητα που παρήχθη από τη μεταπολιτευτική συμφιλίωση άντεξε και αντέχει. Ομως, δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη πραγματικότητα. Στη νέα εποχή της αβεβαιότητας η Δημοκρατία θα υποσκάπτεται αν δεν αποκτήσει και πάλι ένα αξιακό βάρος που να νοηματοδοτεί τη στράτευσή στα ιδανικά της. Αυτό ήταν που συγκίνησε στη φωτογραφία των «200». Σωστά ειπώθηκε ότι μέτρο της προόδου που έχουμε κάνει ως εποχή και ως χώρα είναι ότι δεν χρειαζόμαστε το εκτελεστικό απόσπασμα για να δώσουμε νόημα στη πολιτική και στη δημοκρατία μας. Αρκεί όμως να μην αποδεχτούμε την ηθική και πολιτική αφασία ως συνθήκη της νέας εποχής.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.