Σύμφωνα μ’ ένα ιστορικό ανέκδοτο, στην αυτοκρατορική Βιέννη, τον καιρό του Μέτερνιχ, ένας στους τρεις πολίτες χαφιέδιζε τους άλλους δύο. Πρόκειται, βέβαια, για υπερβολή – αν και στα καφέ και τα εστιατόρια, στα θέατρα και τα πανεπιστήμια της πόλης μερικές χιλιάδες πληροφοριοδότες εξυπηρετούσαν την επιθυμία της αστυνομίας να «ξέρει». Αλλά δεν ήταν το ευρύ δίκτυο των πληροφοριοδοτών που έκανε ξεχωριστό και ιστορικό το σύστημα παρακολούθησης πολιτών, διπλωματών, αλλά και μελών της ίδιας της αυτοκρατορικής κυβερνητικής ελίτ, που είχε στήσει ο σκοτεινός πρίγκιπας τον καιρό της παντοκρατορίας του. Ηταν προπάντων ο συστηματικός, «επιστημονικός» τρόπος με τον οποίο είχε οργανωθεί η παρακολούθηση όλης της αλληλογραφίας στην επικράτεια της αυτοκρατορίας, τελειοποιώντας μια πρακτική που χρησιμοποιούσαν ήδη όλες οι ευρωπαϊκές αυλές.
Το κλειδί του συστήματος ήταν το διαβόητο Schwarzes Kabinett. To «μαύρο δωμάτιο», μια ειδική αίθουσα των Ταχυδρομείων, όπου ένας ολόκληρος στρατός υπαλλήλων φρόντιζε ώστε καμιά επιστολή να μη φθάνει στον παραλήπτη της, χωρίς το κέντρο του συστήματος να γνωρίζει το περιεχόμενό της. Μερικές εκατοντάδες από ειδικούς που άνοιγαν τα γράμματα και τα σφράγιζαν ξανά χωρίς να αφήνουν ίχνη, αναγνώστες που τα διάβαζαν και γραφείς που αντέγραφαν όσα είχαν ενδιαφέρον, μεταφραστές όλων των γνωστών ξένων γλωσσών και ειδικοί στην αποκρυπτογράφηση μυστικών κωδίκων εργάζονταν νυχθημερόν, ώστε ο Κλέμενς φον Μέτερνιχ να γνωρίζει ό,τι συμβαίνει στην πρωτεύουσα και να έχει τα πάντα υπό τον έλεγχό του.
Scientia potential est – «η γνώση είναι δύναμη». Η πρώτη διατύπωση του ρητού αποδίδεται στον Φράνσις Μπέικον, τον 16ο αιώνα. Αλλά ασφαλώς η σοφία της ήταν γνωστή πολλούς αιώνες νωρίτερα. Οποιος θέλει να έχει τη δύναμη, πρέπει να ελέγχει την πληροφορία. Ισχύει στην αγορά, το «αόρατο χέρι» της οποίας επιδιώκουν να κάνουν ορατό, προβλέψιμο, ώστε να το χειραγωγούν, οι μεγάλοι παίκτες του επιχειρείν. Ισχύει πολύ περισσότερο στην πολιτική. Η εξουσία παράγει δύναμη (και εθισμό στη δύναμη) αλλά παράγει και ανασφάλεια. Η παρακολούθηση, ο έλεγχος της πληροφορίας, η βουλιμία για πληροφορία και έλεγχο λειτουργούν ως φαρμακευτική αγωγή για την ανασφάλεια αυτή.
Ετσι ήταν πάντα, αιώνες πριν ο καγκελάριος Μέτερνιχ οργανώσει το πρότυπο σύστημά του. Το οποίο σήμερα μοιάζει ερασιτεχνικό, εμπρός στις νέες τεχνικές δυνατότητες και την καθολικότητα της εποπτείας που επιτρέπουν. Αυτό που απαιτούσε μερικές εκατοντάδες λαθραναγνώστες τότε και μερικές δεκάδες λαθρακουστές αργότερα, μπορεί τώρα να διεκπεραιώνεται από ένα λογισμικό που μολύνει το κινητό σου και μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης που σκανάρει τις συνδιαλέξεις σου. Αυτό που χρειαζόταν τότε ώρες και ημέρες, γίνεται τώρα σε δευτερόλεπτα. Αυτό που τότε ήταν προνόμιο μιας αδίστακτης, κυνικής κρατικής εξουσίας, τώρα μπορεί και να «ιδιωτικοποιείται». Και, το σημαντικότερο, αυτό που τότε μπορούσε να γίνει μόνο διά της βίας, διά της βίαιης παραβίασης των επικοινωνιών και του ιδιωτικού βίου, τώρα δισεκατομμύρια άνθρωποι, που χρησιμοποιούμε καθημερινά κάποιο ψηφιακό μέσο, το παραχωρούμε οικειοθελώς – χωρίς να συνειδητοποιούμε πάντα τις συνέπειες. Και κάπως έτσι, το πανάρχαιο ερώτημα «ποιος γνωρίζει, ποιος αποφασίζει και ποιος αποφασίζει το ποιος αποφασίζει» τίθεται με εντελώς νέους όρους.
Ολη αυτή η συζήτηση προσγειώθηκε ξανά στη ζωή μας, χάρη σε μια γενναία απόφαση ενός ταπεινού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, που ανέλαβε να κάνει αυτό που τα ανώτερα κλιμάκια της Δικαιοσύνης είχαν «αναντίλεκτα» αποφύγει να κάνουν. Να βάλει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων μιας – σχεδόν ξεχασμένης – υπόθεσης παρακολούθησης μέσω παράνομου λογισμικού πολιτικών προσώπων, στρατιωτικών και δημοσιογράφων. Το δικαστήριο βεβαίωσε ότι το έγκλημα συντελέστηκε, συστηματικά και κατά συρροή.
Αφησε, βέβαια, ανοικτό το απλό ερώτημα για λογαριασμό, κατά παραγγελία και προς χρήση ποιου οργανώθηκε ο κύκλος των παρακολουθήσεων. Αλλά και το ερώτημα αν η σύμπτωση κάποιοι στόχοι του παράνομου λογισμικού να είναι και στόχοι των «επισυνδέσεων» της ΕΥΠ ήταν όντως απλή σύμπτωση. Μα, ακόμη περισσότερο, μας έφερε η απόφαση αυτή στον πυρήνα μιας πολύ ευρύτερης, οικουμενικών διαστάσεων συζήτησης με διπλό ζητούμενο.
Είναι αφενός μια συζήτηση για τους θεσμούς της δημοκρατίας και την κατάσταση της υγείας τους, τη διάκριση των εξουσιών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Μπορεί, για παράδειγμα, σε καθεστώς δημοκρατίας, να έχουν εφαρμογή, και μάλιστα σε τεχνολογικά εξελιγμένη μορφή, οι αρχαίες μέθοδοι του σκοτεινού άρχοντα της αυτοκρατορικής Βιέννης; Μπορεί μια δημόσια υπηρεσία να υπηρετεί την επιθυμία/ανάγκη της εκτελεστικής εξουσίας να νιώθει ασφαλής, γνωρίζοντας όλα τα μυστικά του οίκου της αλλά και των άλλων οίκων; Και μπορεί μια Ανεξάρτητη Αρχή, ταγμένη στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, να εμποδίζεται να επιτελέσει τον προορισμό της;
Και είναι αφετέρου μια συζήτηση για την αντιμετώπιση των νέων απειλών κατά της ελευθερίας, απέναντι σε αυτό που η καθηγήτρια του Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ έχει ονομάσει «καπιταλισμό της επιτήρησης». Ενα σύστημα όπου οι άρχοντες της ψηφιακής οικονομίας ως ηγέτες μιας νέας οικονομικής τάξης, συμμαχούν με έναν τύπο πολιτικής εξουσίας για να «αξιώσουν δικαιώματα επί της ανθρώπινης εμπειρίας», την οποία μεταχειρίζονται ως «ανέξοδη πρώτη ύλη» για μια πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία συσσώρευση πλούτου, γνώσης και εξουσίας. Οπου το «μαύρο δωμάτιο» του Μέτερνιχ εξελίσσεται σε μια πελώρια, οικουμενική φούσκα διαρκούς επιτήρησης και συσσώρευσης πληροφορίας σε πρωτοφανή κλίμακα, που μεταφράζεται σε δύναμη πρωτοφανούς έκτασης.
Ψιλά γράμματα, είναι η συνήθης αντίρρηση. Η κοινή γνώμη δεν παρακολουθεί τέτοιες συζητήσεις, ούτε στη γενική τους διάσταση ούτε στην ειδική μιας υπόθεσης όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών. Δεν είναι αυτά που καθορίζουν τη στάση και την ψήφο των πολιτών. Πιθανόν. Αλλά μήπως εκείνη η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακύρωσε την απόπειρα χειραγώγησης του τηλεοπτικού τοπίου, μέσω ενός διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες, είχε απασχολήσει ιδιαίτερα ή είχε επηρεάσει την κοινή γνώμη της εποχής; Αυτό την κάνει λιγότερο σημαντική;






