Ο Akylas, κατά κόσμον Ακύλας Μυτιληναίος, είναι ένας από εμάς. Γεννήθηκε το 1999 στις Σέρρες, όπου και μεγάλωσε. Είναι ένα από τα παιδιά που γεννήθηκαν μέσα σε μια Ελλάδα, η οποία νόμιζε ότι το μέλλον της θα είναι λαμπρό, γεμάτο ανάπτυξη, ευημερία, ευκαιρίες, σπατάλες. Γεννήθηκε σε μια Ελλάδα όπου η βεβαιότητα ότι το μέλλον θα είναι διαρκώς καλύτερο υπήρχε στην κοινή συνείδηση. Μεγάλωσε όμως σε μια διαφορετική Ελλάδα. Μια Ελλάδα ματαιωμένη, όπου οι προσδοκίες είχαν διαψευστεί και η πραγματικότητα απαιτούσε να την κοιτάξεις κατάματα.
Φοίτησε σε μουσικό σχολείο, στην πορεία το εγκατέλειψε για να μπει στο Γενικό να δώσει Εξετάσεις και να μπει σε μια σχολή. Η προοπτική του βιοπορισμού μέσω της μουσικής τού φαινόταν επισφαλής και ριψοκίνδυνη. Στο Γενικό Λύκειο ασχολήθηκε λίγο με την υποκριτική και τελικά αποφοιτώντας γράφτηκε σε σχολή μαγειρικής.
Στη σκηνή του Εθνικού Τελικού για τη φετινή Eurovision («Sing for Greece 2006») όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα και έμαθε ότι θα μας εκπροσωπήσει στον 70ό Διαγωνισμό Τραγουδιού στη Βιέννη της Αυστρίας, ξέσπασε σε κλάματα. Και ανέβασε στη σκηνή τη μαμά του. Το κοινό (ήμασταν εκεί) ζητωκραύγαζε καθ’ όλη τη διάρκεια του σόου το όνομά του και τον τίτλο του τραγουδιού του: «Φέρ’ το μας, Ακύλα, ΦΕΡ’ ΤΟ». Ο κόσμος δίπλα μας δάκρυζε στο άκουσμα της νίκης του. Ο ίδιος δεν πίστευε ποτέ ότι θα έφτανε ως εδώ. Πήρε την ανώτερη βαθμολογία τόσο από το κοινό όσο και από τις επιτροπές και φεύγει για Βιέννη.
Μέχρι πριν από τρεις μήνες, λίγο προτού μάθει ότι το τραγούδι του πέρασε από την επιλογή των υπευθύνων της ΕΡΤ και θα διαγωνιζόταν για να διεκδικήσει το εισιτήριο για τη Βιέννη, ο Ακύλας δούλευε ακόμα σε μια επιχείρηση εστίασης. Οπως έκανε σχεδόν πάντα. Εστίαση, σεζόν σε νησιά, δουλειά σε κρουαζιέρες, τραγούδι σε κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Οταν ζήτησε από το τελευταίο αυτό κατάστημα ένα απογευματινό ρεπό για να κάνει πρόβα, το αίτημά του απορρίφθηκε. Σταμάτησε να δουλεύει μεροκάματο τον τελευταίο μήνα για να κάνει πρόβες. Τα όνειρά του δεν μπορούσαν να περιμένουν πια.
Δούλευε από φοιτητής. Οπως έχει πει, η οικογένειά του δεν μπορούσε να τον στηρίζει οικονομικά, συνεπώς έκανε ό,τι θα έκανε κάθε ένας από εμάς, κάθε ένα από τα παιδιά που σε άλλη Ελλάδα γεννήθηκε και σε άλλη μεγάλωσε και δεν είχε την πολυτέλεια να τον στηρίζει οικονομικά εσαεί το περιβάλλον του: έπιασε δουλειά. Δουλειές. Πολλές δουλειές.
Το «FERTO» είχε από την πρώτη στιγμή σαρωτική πορεία και εξακολουθεί να έχει. Στα διεθνή στοιχήματα φλερτάρει με την πρώτη θέση. Δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας συμμετοχή της Ελλάδας με τέτοια φόρα εδώ και πολλά – πάρα πολλά χρόνια. Το τραγούδι εκφράζει στιχουργικά δίψα για επιτυχία, καταξίωση και χρηματικά μέσα για απόκτηση υλικών αγαθών ενώ συγχρόνως μιλάει για τον χρόνο που τρέχει και ο ίδιος πρέπει να εκμεταλλευτεί («Πρέπει να παίξω, δεν θα πάω πάσο / κυνηγάω τα πάντα μέχρι να τα φτάσω»). Το κολλητικό ρεφρέν και τα κουπλέ που ξεχειλίζουν από αυτή τη δίψα δίνουν τη θέση τους στη γέφυρα του κομματιού όπου ο Ακύλας απευθύνεται στη μαμά του λέγοντάς της τι θα της αγοράσει (αν κερδίσει). «Αγοράζω να κλείσω κενά» τραγουδά αναφερόμενος στις στερήσεις που βίωσε και βιώνει.
Η δίψα αυτή στιχουργικά εκφράζεται μέσω της υπερβολής και της αναφοράς σε πλούτη, η πραγματικότητα όμως που απαιτεί να την κοιτάς στα μάτια είναι πιο ταπεινή.
Οπως δήλωσε και ο ίδιος σε συνέντευξή του την επομένη της πρόκρισής του: «Για μένα το πιο σημαντικό ήταν να είμαι ήρεμος και να κοιμάμαι ήσυχος το βράδυ. Να ξέρω ότι δεν χρωστάω λογαριασμούς και πως θα βγάλω το νοίκι μου. Γιατί legit μέχρι πριν λίγους μήνες συνέβαινε αυτό».
Ο Ακύλας Μυτιληναίος τα πρώτα χρόνια της ζωής του άκουσε για Ολυμπιακούς Αγώνες και ισχυρή Ελλάδα αλλά έμαθε τι σημαίνει η λέξη «μνημόνιο» πριν μάθει τι σημαίνει «εργασιακή σύμβαση». Την περίοδο της καραντίνας με την εστίαση κλειστή, ξανάπιασε το όνειρο της μουσικής. Αγόρασε ένα μικρό γιουκαλίλι και έμαθε να παίζει από βίντεο στο Διαδίκτυο. Σοκαρίστηκε όταν κατάλαβε πως μπορεί να γράψει μελωδίες, να δημιουργήσει μουσική. Ενιωσε σαν η μουσική αυτή να βγαίνει από μέσα του. Εβγαλε κάποια κομμάτια μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν και συνάντησε μια όχι αμελητέα αναγνώριση. Θεωρούσε πως γυρνώντας από σεζόν στα νησιά, μετά την επιτυχία που είχε το τραγούδι του «Ατελιέ», θα μπορέσει να βρει δουλειά ως μουσικός σε κάποιο μαγαζί. Μάταια όμως.
Δεν περίμενε ποτέ ότι θα φτάσει ως εδώ και να τώρα να φωνάζει όλη η Πειραιώς 260 όπου έγινε ο Εθνικός Τελικός «Φέρ’ το μας, Ακύλα, φέρ’ το!». Για να γράψω αυτό το κείμενο ήθελα πρώτα να τον γνωρίσω. Να έχω μια εικόνα του εκτός σκηνής. Να πούμε δυο κουβέντες. Πηγαίνοντας από τα γραφεία της Μίνος ΕΜΙ όπου είχε απανωτά ραντεβού σταμάτησα να του αγοράσω λίγα λουλούδια. Η ανθοπώλισσα αναφώνησε: «Για τον Ακύλα; Πες το τόση ώρα! Πορτοκαλί να του βάλουμε που ταιριάζουν με τα ρούχα που φοράει στη σκηνή». Αυτό δεν ήταν αναγνώριση. Ηταν έκφραση οικειότητας. Γιατί ο Ακύλας είναι ένας από εμάς.






