Συμπληρώνεται μία εβδομάδα από τότε που οι φωτογραφίες των εκτελεσθέντων της Πρωτομαγιάς του 1944 εμφανίστηκαν στη δημόσια σφαίρα και αιχμαλώτισαν την προσοχή μας. Ο κατακερματισμένος και ρευστός χώρος της ψηφιακής δημοσιότητας φάνηκε να αποκτά ένα κοινό σημείο αναφοράς. Στις πρώτες ώρες, κυριάρχησε η συγκινησιακή αντίδραση που προκαλούσε το οπτικό υλικό. Στις μέρες που ακολούθησαν, «ειδικοί», πολιτικοί και πολίτες τοποθετούνταν, από διαφορετικές  σκοπιές, σχετικά με το νόημά τους.

Πρόκειται για ένα επεισόδιο δημόσιας ιστορίας εν εξελίξει και μια ηχηρή απόδειξη για το βάρος που έχει η εικόνα ως φορέας ιστορικής γνώσης. Αν και δεν αποκάλυψαν κάποιο άγνωστο γεγονός, οι φωτογραφίες μάς επέτρεψαν να γνωρίσουμε ουσιώδεις πτυχές του, οι οποίες, χωρίς τα συγκεκριμένα τεκμήρια, θα παρέμεναν απρόσιτες ή εγκλωβισμένες στη σφαίρα μιας μυθοποιημένης αφήγησης. Κατέστησαν επίσης σαφές πως η συναισθηματική κινητοποίηση είναι σημαντικό κομμάτι της ιστορικής γνώσης και κατανόησης.

Παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησαν οι φωτογραφίες στη δημόσια σφαίρα ανέδειξε τρεις διαστάσεις που αφορούν τη σχέση ιδεολογίας και κουλτούρας.

– Η πρώτη συνίσταται στο ότι επιβεβαίωσε πως η Κατοχή – και όχι μόνο ο Εμφύλιος – αποτελεί ένα πολιτισμικό τραύμα για την ελληνική κοινωνία, βασισμένο στη σχέση μνήμης-συναισθήματος-ταυτότητας, όπως έχει αναλύσει ο Νίκος Δεμερτζής. Οψεις αυτού του τραύματος εκδηλώθηκαν και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, με την ιστορική αναλογία της Κατοχής να λειτουργεί τότε ως ερμηνευτικό πρίσμα. Ομως, η βαρύτητα της Κατοχής στην εθνική ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη υπερβαίνει σαφώς τη συγκυρία της κρίσης.

– Η δεύτερη διάσταση αφορά τη θέση που καταλαμβάνει η μνήμη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το πρόταγμα του αντιφασισμού στην πολιτική κουλτούρα και τις συλλογικές ταυτότητες της Μεταπολίτευσης. Ο τρόπος με τον οποίο δεξιώθηκε τις φωτογραφίες μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος και της κοινής γνώμης μαρτυρά την ανθεκτικότητα αυτής της μεταπολιτευτικής κληρονομιάς, στο επίπεδο των συναισθημάτων και του προσανατολισμού της συμπεριφοράς. Αλλά και η αντιπαράθεση, που ξέσπασε γύρω από τη νοηματοδότησή τους, την ιδεολογική ταυτότητα των εικονιζόμενων προσώπων, αλλά και την ενδεδειγμένη θεσμική στάση, είναι επίσης έκφραση του ρόλου που διαδραματίζουν η Κατοχή και η Αντίσταση στις παραταξιακές ταυτότητες.

– Μία τρίτη, τέλος, διάσταση εντοπίζεται στο τι αποκαλύπτει αυτό το υλικό για την εθνική αυτοεικόνα. Τον Δεκέμβριο του 2012, η νοσταλγία που προκάλεσε η δημοσίευση της φωτογραφίας του Κώστα Μπαλάφα μιας λαμπερής και ευημερούσας Αθήνας του 1960 ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την επιστροφή, τότε, της φτώχειας ως στοιχείου της εθνικής αυτοεικόνας.

Σήμερα, οι εικόνες των ακατάβλητων μελλοθανάτων φαίνεται να συνδέονται με μια διαφορετική νοσταλγία· τη νοσταλγία ενός συλλογικού εαυτού που κινητοποιείται με τη βεβαιότητα για το αξιακό και ηθικό περιεχόμενο του σκοπού. Στις φωτογραφίες, οι αντιστασιακοί που αντιμετωπίζουν το απόσπασμα εμφανίζονται γενναίοι, αλλά και ενωμένοι σε μια κοινή αποστολή. Αν προσέξει κανείς τις ραδιοφωνικές συζητήσεις για το θέμα, θα ακούσει παραγωγούς και ακροατές να επαναλαμβάνουν πως οι εικόνες των ηρωικών προσώπων ανήκουν σε «απλούς ανθρώπους» και, ενίοτε, να καταλήγουν πως «αυτή είναι η Ελλάδα». Ανθρωποι λοιπόν σαν κι εμάς, που όμως δεν λειτουργούν όπως εμείς. Στις εικόνες από την Καισαριανή προβάλλεται, τελικά, η νοσταλγία μιας κοινωνίας εξουθενωμένων, μοναχικών ατόμων για έναν ηρωικό εθνικό εαυτό και για μια μαχόμενη συλλογικότητα.

Η Τζένη Λιαλιούτη είναι επίκουρη καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.