Από την περασμένη Κυριακή που βγήκαν στη δημοσιότητα οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των διακοσίων στην Καισαριανή, οι οποίες από χθες, κατόπιν απόφασης του υπουργείου Πολιτισμού, αποτελούν μνημείο, πολλές σκέψεις πέρασαν, διαδοχικά, απ’ το μυαλό μου. Και ύστερα από κάθε σκέψη ερχόταν το συναίσθημα και την κυρίευε, την αποδυνάμωνε, τη στρίμωχνε στην άκρη. Πρώτα απ’ όλα, η πιθανότητα να μην ήταν αυθεντικές οι φωτογραφίες.
Ε και; Το ξημέρωμα εκείνης της Πρωτομαγιάς, διακόσιοι άνθρωποι δεν εκτελέστηκαν στην Καισαριανή ως αντίποινα, μια απάνθρωπη συνθήκη που βασίζεται στο φασιστικό δόγμα «Ολοι φταίνε για όλα»; Και άλλοι εκατό, σχεδόν, δέκα ημέρες αργότερα; Το αμφισβητεί κάποιος αυτό; Είναι όμως άλλο να το φαντάζεσαι και άλλο να το βλέπεις. Και αν οι φωτογραφίες είναι αυθεντικές μεν, αλλά «πειραγμένες»; Και λοιπόν; Τι αναιρεί αυτό, ειδικά στην εποχή της «πειραγμένης» πραγματικότητας που ζούμε; Και ποιος τράβηξε τις φωτογραφίες; Τι σημασία έχει; Μήπως θα ζητήσει δικαιώματα; Αλλά γιατί τις τράβηξε; Για το «κέφι» του; Εκτελούσε διαταγές; Είχε εμμονή με τα ντοκουμέντα; Και τι μας νοιάζει εμάς; Πώς ένιωσε όταν τις τύπωνε, όταν ξεπρόβαλλαν μπροστά του τα πρόσωπα αυτών που ήταν ήδη κουφάρια; Επίσης δεν μας νοιάζει. Και τι τις έκανε τόσα χρόνια; Τις είχε σε ένα άλμπουμ, δίπλα σε αυτά με τις φωτογραφίες των παιδιών του; Δικό του πρόβλημα. Κι αν το έκανε από τύψεις; Αυτό κι αν είναι δικό του πρόβλημα.
Η πραγματικότητα είναι αυτοί οι άνθρωποι που «παρελαύνουν» τις τελευταίες ημέρες στις οθόνες μας. Που μαντεύεις την περπατησιά τους, μπορείς να ανιχνεύσεις στο βλέμμα τους το συναίσθημά τους. «Δεν φοβούνται», λένε κάποιοι. Διαφωνώ. Αν δεν φοβούνταν, δεν θα ήταν ήρωες. Ηρωας είναι αυτός που φοβάται αλλά παραμένει αγέρωχος απέναντι στον φόβο του. Οι άνθρωποι αυτοί πορεύονται προς τον θάνατο συμφιλιωμένοι με μια «μοίρα» – όσο κι αν αυτό ακούγεται αντιφατικό με την κομμουνιστική ιδεολογία των περισσοτέρων από τους διακόσιους – που δεν τους επέλεξε αλλά την επέλεξαν οι ίδιοι. Εχω δε την εντύπωση ότι ακόμη και αν μπορούσαν να αποδράσουν την ύστατη στιγμή, δεν θα το έκαναν. Από ανησυχία, υποθέτω, μήπως και κάποιοι δεν τα καταφέρουν, μήπως μείνουν πίσω. Και είναι αυτή η αίσθηση του «όλοι μαζί» που υποφώσκει στα συγκεκριμένα ντοκουμέντα και αναμοχλεύει το συναίσθημα.
Αυτό το «μαζί» που δεν μπορούμε να κατακτήσουμε στη μακραίωνη ιστορία μας, παρά μόνο πρόσκαιρα και κάτω από πολύ ειδικές συνθήκες. Τούτα τα ντοκουμέντα στάθηκαν πάλι η αφορμή για έναν ακόμη διχασμό κάτω από την ταμπέλα «Σε ποιον ανήκουν οι νεκροί». Λες και ο ηρωισμός που επέδειξαν αυτοί οι άνθρωποι είναι δανεικά και οφείλουν να επιστραφούν εκεί απ’ όπου εκπορεύθηκαν. Ούτε καν σε σύσσωμο τον ελληνικό λαό δεν «ανήκουν» αυτοί οι νεκροί. Στους βασανισμένους εαυτούς τους ανήκουν. Στη συνείδηση και το σθένος τους. Ο κομματικός σφετερισμός – πολύ περισσότερο αφού τα κόμματα του τότε ουδεμία σχέση έχουν με τα κόμματα του τώρα – είναι προσβολή στη μνήμη τους αλλά και στη μνήμη των θυμάτων στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, σε όλη την Αντίσταση.
Η μνήμη έγινε τραγούδι
Οι «διακόσιοι της Καισαριανής» είναι καταγεγραμμένοι στη συλλογική μας συνείδηση με πολλούς τρόπους. Δεν είναι μόνο τα ποιήματα του Ρίτσου, του Βάρναλη, του Ρώτα, της Ρίτας Μπούμη Παππά με τις άμεσες αναφορές. Είναι «κρυμμένοι» στους στίχους του Γκάτσου, στο «Νυν και αεί» του Ξαρχάκου, «Πρωτομαγιά, με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά σαν τα θεριά σε πήραν απ’ το σπίτι». Είναι το «Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό» του Καββαδία σε ένα ποίημα αφιερωμένο στον Λόρκα (αν και νομίζω ότι αυτό αναφέρεται στην εκτέλεση των ενενήντα επτά δέκα μέρες αργότερα, στο πίσω μέρος του τοίχου, διότι το χώμα δεν είχε απορροφήσει ακόμη το αίμα των προηγουμένων).






