Την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξασφάλισε το ψηφιακό ευρώ την περασμένη εβδομάδα, που σημαίνει ότι ανοίγει ο δρόμος για την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας μεταξύ των 21 κρατών-μελών της ευρωζώνης όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα και την εφαρμογή του φιλόδοξου πρότζεκτ. Ο προγραμματισμός της ΕΚΤ κάνει λόγο για πολιτική συμφωνία και το νομικό πλαίσιο του ψηφιακού ευρώ εντός του 2026 προκειμένου να ξεκινήσει η πιλοτική του χρήση το 2027 και να επεκταθεί σε πλήρη κλίμακα το 2029.
Η ιδέα του ψηφιακού ευρώ είναι η «κοπή» νομίσματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σε αποκλειστικά ψηφιακή μορφή, το οποίο θα μεταφέρεται μεταξύ των ψηφιακών πορτοφολιών όλων των καταναλωτών της ευρωζώνης. Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει υπογραμμίσει σε όλους τους τόνους ότι το θεωρεί απαραίτητο για τη στρατηγική ανεξαρτησία της Ευρώπης στον τομέα των πληρωμών, καθώς οι υποδομές πάνω στις οποίες «πατούν» μέχρι σήμερα όλες οι πληρωμές στην Ευρώπη είναι αμερικανικές – αναφερόμενη πρωτίστως στις υπηρεσίες επεξεργασίας πληρωμών των Mastercard και Visa, με τις οποίες συνεργάζονται οι ευρωπαϊκές τράπεζες για τις κάρτες τους.
«Για να εξασφαλίσουμε ότι η Ευρώπη θα απολαύσει τα προνόμια της Ενιαίας Αγοράς, πρέπει να ξεπεράσουμε το ζήτημα του κατακερματισμού στις ευρωπαϊκές λύσεις πληρωμών. Το ψηφιακό ευρώ θα κάνει αυτή τη φιλοδοξία πραγματικότητα» δήλωσε ο Πιέρο Τσιπολόνε, μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ, σε ομιλία του στη Ρώμη την περασμένη Πέμπτη, την ώρα που στο Βέλγιο οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ συμφωνούσαν για την ανάγκη εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς.
Η πολιτική συμφωνία που θα πρέπει να βρεθεί φέτος, όμως, μόνο εύκολη δεν θεωρείται, αφού δεν βλέπουν όλοι με θετικό μάτι τη δημιουργία του ψηφιακού ευρώ. Οι εμπορικές τράπεζες της Ευρώπης βλέπουν στο ψηφιακό νόμισμα τον κίνδυνο ρευστοποίησης των καταθέσεών τους: το ψηφιακό ευρώ θα βρίσκεται στα ψηφιακά πορτοφόλια των καταναλωτών, τα οποία θα είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ΕΚΤ. Επομένως, τα χρήματα θα βρίσκονται – ψηφιακά έστω – σε λογαριασμούς της ΕΚΤ και όχι των εμπορικών τραπεζών, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα.
Το πλαφόν
Για τον λόγο αυτόν, η ΕΚΤ κατευθύνεται προς την υιοθέτηση ενός πλαφόν περίπου 3.000 ευρώ στο ψηφιακό πορτοφόλι κάθε καταναλωτή. Ωστόσο, ακόμα και με αυτό το όριο, υπολογίζεται ότι οι εμπορικές τράπεζες θα χάσουν περίπου 739 δισ. ευρώ, δηλαδή το 10% των καταθέσεων νοικοκυριών. Μάλιστα, πρόσφατη μελέτη της Morgan Stanley δείχνει ότι οι συνέπειες θα ήταν ακόμα μεγαλύτερες για τις ελληνικές τράπεζες, που εκτιμάται ότι θα απολέσουν το 18% των καταθέσεων νοικοκυριών και το 13% των συνολικών καταθέσεων.
Επιπλέον, οι τράπεζες θα πρέπει να επενδύσουν σημαντικά χρήματα για την τεχνολογική υποδομή του ψηφιακού ευρώ, ενώ θα χάσουν και σημαντικά έσοδα από προμήθειες που προέρχονται από τις συμφωνίες τους με τις αμερικανικές εταιρείες πληρωμών για τις κάρτες.
Εξάλλου, τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών δεν έχουν μέχρι στιγμής αποδειχθεί ιδιαιτέρως επιτυχημένα. Στην Κίνα, για παράδειγμα, όπου υπάρχει πλήρης υποδομή για το ψηφιακό γουάν, η μεγάλη πλειοψηφία των καταναλωτών δεν το έχει υιοθετήσει, ενώ χρησιμοποιεί κυρίως τις πλατφόρμες άμεσων πληρωμών ιδιωτικών εταιρειών, όπως το WeChat και το Alipay.






