Τα κόμματα δεν είναι Παναγίες. Εκπροσωπούνται σε αυτά μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, εγγράμματοι και αστοιχείωτοι, σοβαροί και χαβαλέδες, ιδεολόγοι και τυχοδιώκτες. Την ταυτότητά τους τη δίνουν οι ηγεσίες τους, αλλά ακόμα και οι πιο ιδεολόγοι ηγέτες δίνουν χώρο σε πολιτικά αστοιχείωτους, σε τυχάρπαστους, σε ασήμαντους… Αυτό συμβαίνει ιδίως αν όλοι αυτοί οι αρνητικοί τύποι προέρχονται από οικογένειες που έχουν μεγάλη διαδρομή στην παράταξη, δηλαδή σίγουρη πελατεία, ή αν είναι δημοφιλείς, σταρ των ΜΜΕ ή του θεάματος, γνωστοί γενικώς από τα μίντια και τα σόσιαλ μίντια, αν γενικά συγκεντρώνουν πάνω τους έναν ευρύτερο λαϊκό θαυμασμό.

Στην ακραία της εκδοχή, αυτή η έμφαση στην ανάδειξη προσωπικοτήτων με ευρύτερη απήχηση εξηγεί τις κομματικές επιλογές στις τελευταίες ευρωεκλογές. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο ταξίδεψαν  πρόσωπα τα περισσότερα εκ των οποίων αναδείχτηκαν με μιντιακά διαπιστευτήρια. Τα πρόσωπα αυτά, ως πιο γνωστά, πήραν περισσότερες ψήφους από άλλα, περισσότερο σχετικά με τα ζητήματα που αναδεικνύονται στο Ευρωκοινοβούλιο. Ολα τα κόμματα προτίμησαν υποψηφίους που θα έφερναν ψήφους στο κόμμα.  Αυτό όμως σημαίνει ότι έμειναν εκτός κάποιοι πολιτικοί που θα ήταν χρήσιμοι στη χώρα. That’s life.

Το θέμα, άρα, δεν είναι αν στα κόμματα έχουν μπει και διάφορες προσωπικότητες που αντιμετωπίζουν την πολιτική ως μέσο για προσωπική ανάδειξη, για οφέλη, για την πάρτη τους. Το θέμα είναι αν, στον ισολογισμό, υπάρχουν στελέχη να υποστηρίξουν τις πολιτικές των κομμάτων. Υπό την προϋπόθεση ότι τα κόμματα εργάζονται για τη χώρα και όχι για τη δική τους πάρτη – υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν είναι αθροίσματα διαμαρτυρίας για να μπουν στη Βουλή αλλά δημιουργικά σώματα που εργάζονται για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

Προσωπικά, δεν έχω πειστεί ότι το εθνικό συμφέρον και τα συμφέροντα των πολιτών είναι στόχος των περισσότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης – και εξαιρώ το ΠΑΣΟΚ επειδή, κάπου, κάπως, δεν μπορεί να μην έχει επιβιώσει η κουλτούρα της διακυβερνησιμότητας που απέκτησε από το 1981 και ιδίως μετά το 1996. Βεβαίως, και στη ΝΔ υπάρχει δυσανάλογα μεγάλος αριθμός στελεχών που δεν έχουν τα προσόντα της εκπροσώπησης. Η περίπτωση της βουλευτή Αχαΐας, Χριστίνας Αλεξοπούλου, ανιχνεύεται ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Η αδυναμία της να κατανοήσει το στοιχειώδες θέμα της ακρίβειας και να πει, έστω, μια γενικούρα για τη στέγαση των εκπαιδευτικών, όπως λένε όλοι, την καθιστά ιδιαίτερη περίπτωση, αλλά σιγά τ’ αβγά. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις Αλεξοπούλου των κομμάτων. Το πρόβλημα βρίσκεται στην πλειονότητα των στελεχών που καταφεύγουν στις γενικούρες, που δεν μπορούν δηλαδή να αρθρώσουν πολιτική, επειδή δεν υπερασπίζονται ιδέες, θέσεις, στρατηγικές αλλά τα συμφέροντα και τη θεσούλα τους.

Στη συγκυρία, το πρόβλημα αυτό, το έλλειμμα δηλαδή στελεχών που να μπορούν να υπερασπίσουν δημόσια το πρόγραμμα και τις θέσεις του κόμματος και να συγκρουστούν, το κατανόησε πρώτη η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και το αντιμετώπισε, σε μεγάλο βαθμό, με προσθήκες στελεχών από το ΠΑΣΟΚ, από το ΛΑΟΣ κι από διάφορα κοινωνικά μέτωπα.

Κάπως έτσι, η σημερινή ΝΔ, κεντρικά τουλάχιστον, κάνει πολιτική – ενώ οι υπόλοιποι χώροι απλώς λένε συνθήματα και ηθικολογούν.

Από την άποψη αυτή, δεν έκανε κάτι φοβερό ο Πρωθυπουργός εκθέτοντας τη βουλευτή του Αλεξοπούλου, όταν του επισημάνθηκε η κουτή δήλωσή της. Για τον Μητσοτάκη, το βαθύ κόμμα είναι το αναγκαίο κακό. Δεν έχει ανάγκη τα μεσαία στελέχη, αυτά τον έχουν ανάγκη. Τους δίνει την προοπτική της εξουσίας. Είναι το πιο ουσιώδες συγκολλητικό στοιχείο.

Το μελόδραμα του Σαμαρά

Ακουσα χθες βράδυ τον Αντώνη Σαμαρά σε καλαματιανό κανάλι περίεργος αν θα κάνει ανακοίνωση για νέο κόμμα. Δεν έκανε. Ακούγοντάς τον, όμως, σταχυολόγησα διάφορα τσιτάτα του. Παραθέτω:

«Πέθανε η λαϊκή ψυχή της παράταξης». «Το σήμερα [είναι] νεοφιλελευθερισμός για τους πολύ λίγους». [Ο Μητσοτάκης δείχνει] «αλαζονεία δίχως προηγούμενο». «Δεν τους νοιάζει ο κόσμος της ΝΔ». «Το χάος είναι ο κ. Μητσοτάκης». «Ο Μητσοτάκης σκοπεύει στην αποχή του κόσμου από τις κάλπες». «Κάνει κακό ο Μητσοτάκης που πάει να συναντήσει τον Ερντογάν». «Με έναν πειρατή, [την Τουρκία], δεν κάνεις διάλογο». «Αυτό που με ενώνει με την κ. Καρυστιανού είναι ο πόνος της απώλειας σαν γονιός». «Η Ελλάδα θέλει μια νέα αρχή» – κ.τ.τ.

Προσπάθησα να βρω το πολιτικό μήνυμα του πρώην πρωθυπουργού στα παραπάνω για μια σύγχρονη Ελλάδα. Βρήκα μόνο κλάψα, ετοιματζήδικες φράσεις, σχήματα λόγου. Μου φάνηκε δηλαδή σαν να βλέπω παλιό ελληνικό μελόδραμα της δεκαετίας του 1950. Αν οι τηλεοράσεις ήταν ασπρόμαυρες, θα νόμιζε κανείς ότι βλέπει ταινία του Απόστολου Τεγόπουλου και της Κλακ Φιλμ.

Ο Αντώνης Σαμαράς είπε ακόμα ότι η νέα αρχή απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη της κοινωνίας, ότι η αναγέννηση της πατρίδας απαιτεί συνθέσεις και όχι διχασμό, ότι η κακή νοοτροπία του Νεοέλληνα πρέπει να τελειώνει. Κατάλαβα. Δεν θα το κάνει το βήμα. Σοφός.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.