Το αφήγημα περί της «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρώπης βρίσκεται πλέον στο προσκήνιο, εξαιτίας της ρωγμής που έχει προκληθεί στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και της έντασης που έχει προσλάβει ο διεθνής ανταγωνισμός. Για να μην αποδειχθεί όμως πάλι ένα «πουκάμισο αδειανό», όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις εκ των ων ουκ άνευ.

Ανάμεσά τους και η διασφάλιση επαρκούς σταθερού εφοδιασμού της παραγωγικής μηχανής της Ευρώπης τόσο με ενέργεια όσο και με ορισμένα στοιχεία που είναι πολύτιμα και πρακτικά αναντικατάστατα για την οικονομία της υψηλής τεχνολογίας, ενώ είναι γνωστά με δύο κυρίως ονομασίες: σπάνιες γαίες και κρίσιμες πρώτες ύλες (μέταλλα και άλλα στοιχεία).

Για του λόγου το αληθές, σύμφωνα με το σχέδιο που έχει εκπονήσει η Κομισιόν με ορίζοντα το 2030, οι βασικοί στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν από τους «27» μέσα στην επόμενη πενταετία είναι οι εξής: η ευρωπαϊκή παραγωγή να καλύπτει τουλάχιστον το 10% της ποσότητας των (34) κρίσιμων πρώτων υλών που καταναλώνεται ετησίως στην Ευρώπη, η επεξεργασία να διεξάγεται κατά 40% και πλέον εντός της ΕΕ, το ποσοστό ανακύκλωσης να υπερβεί το 25% και να περιοριστεί κάτω από το 65% η εξάρτηση από μεμονωμένες τρίτες χώρες για οποιοδήποτε από τα επίμαχα υλικά.

Πολύτιμος ορυκτός πλούτος

Σε αυτό το φόντο, η Ελλάδα μοιάζει να διεκδικεί περίοπτη θέση και σημαντικό ρόλο. Η εξήγηση βρίσκεται στα αποθέματα που φέρεται να διαθέτει στο υπέδαφός της και την αξιοποίησή τους – είτε πρωτογενώς είτε δευτερογενώς. «Η Ελλάδα τείνει να μετατραπεί σε παίκτη-κλειδί στο πλαίσιο των προσπαθειών της ΕΕ να διασφαλίσει τις αναγκαίες κρίσιμες πρώτες ύλες (CRM), εξαιτίας του ορυκτού πλούτου της, όπως σε μαγνήσιο και νικέλιο, που την καθιστά στρατηγικό συστατικό στοιχείο μιας Ευρώπης η οποία επικεντρώνει ολοένα περισσότερο στην εφοδιαστική της αυτονομία» σημείωνε πριν από περίπου έναν χρόνο ανάλυση στους «Central European Times».

Στην αιχμή του δόρατος έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα το γάλλιο. Πρόκειται για μια από τις κρίσιμες πρώτες ύλες, που προκύπτει δευτερογενώς, στη διάρκεια της επεξεργασίας του βωξίτη για την παραγωγή αλουμινίου.

Ηδη, όπως ανακοίνωσε πριν από μερικές ημέρες ο όμιλος Metlen, στις εγκαταστάσεις του στη Βοιωτία έχουν παραχθεί τα πρώτα 5 κιλά του παραπάνω στοιχείου. Πρόσθεσε δε ότι η προοπτική είναι (με τη βοήθεια και της χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) η ποσότητα αυτή να αυξηθεί ως και τους 50 τόνους ετησίως έως το 2028 – καλύπτοντας, με βάση τα σημερινά δεδομένα, το σύνολο των αναγκών της ΕΕ.

Παράλληλα, έχει γίνει γνωστό πως στο υπέδαφος της Ελλάδας έχουν ήδη εντοπιστεί σημαντικά κοιτάσματα άλλων δύο τουλάχιστον κρίσιμων πρώτων υλών: γερμάνιο στην περιοχή των Μολάων της Λακωνίας και αντιμόνιο στη Χίο, αλλά και στο Κιλκίς.

Τα πράγματα βεβαίως δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε δεδομένα ούτε απλά, για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο ένας – όπως σημείωνε πρόσφατα σε σχετικό ρεπορτάζ της η γερμανική «Handelsblatt» – αφορά την Κίνα, η οποία δεν αποκλείεται να επιχειρήσει ρελάνς, προκειμένου να μην απολέσει την ηγετική της θέση στον κλάδο.

Τα δύο «αλλά»: Κίνα και περιβάλλον

«Εάν, αντιδρώντας στην είσοδο της Ελλάδας στην αγορά, ρίξει εκ νέου μεγάλες ποσότητες σε χαμηλές τιμές, θα μπορούσε η τιμή να υποχωρήσει ραγδαία», σημειώνει χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι επενδύσεις που έχουν γίνει δεν αποκλείεται να καταστούν οικονομικά μη αποδοτικές και άρα ασύμφορες.

Το Πεκίνο έχει αποδείξει, εξάλλου, ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει όλα τα «όπλα» που διαθέτει στον εν εξελίξει εμπορικό πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε απάντηση των δασμών και των απειλών του Ντόναλντ Τραμπ, είχε επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών, κάνοντας επίδειξη δύναμης και προειδοποιώντας για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια σύγκρουση μαζί του.

Τα μέτρα αυτά ανεστάλησαν μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, στο πλαίσιο της «ανακωχής» με την Ουάσιγκτον – οι πάντες γνωρίζουν όμως ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει πάλι επί τα χείρω, ανά πάσα στιγμή.

Οσο για τον άλλο λόγο, έχει να κάνει με κάτι το οποίο δείχνει να έχει υποβαθμιστεί δραματικά στο πλαίσιο όσων συμβαίνουν σήμερα. Πρόκειται για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις εξορύξεις των συγκεκριμένων πρώτων υλών οι οποίες, όπως προειδοποιούν και αρκετοί ειδικοί επιστήμονες, μπορεί όχι απλώς να είναι καταστροφικές, αλλά και αναντίστρεπτες για τις πολλές επόμενες δεκαετίες.

Ο αντίλογος, βεβαίως, είναι ότι όλα πρέπει να τύχουν υπολογισμού και εκτίμησης στο πλαίσιο του σχήματος «κόστος έναντι οφέλους». Μόνο που ίσως θα πρέπει να προσθέσουμε στην «εξίσωση» ότι κάποια πράγματα είναι και πρέπει να παραμείνουν ανεκτίμητα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk