Σε μια διεθνή εκδοτική αγορά που αλλάζει ραγδαία, το μίνι βιβλίο δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση. Εκδοτικοί οίκοι στο εξωτερικό επενδύουν συστηματικά σε σύντομα έργα και σε φορμάτ μικρότερα από το κλασικό, απαντώντας σε έναν αναγνώστη που ζητεί πυκνό περιεχόμενο, άμεση ανάγνωση και ένα αντικείμενο εύχρηστο στην καθημερινότητά του. Τα μίνι βιβλία δεν είναι απλώς φθηνότερες εκδόσεις· είναι προϊόντα με ξεκάθαρη ταυτότητα, συγκεκριμένες προδιαγραφές και, κυρίως, εμπορική επιτυχία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αμερικανικός εκδοτικός οίκος ISOLARII, ο οποίος έχει χτίσει τη φήμη του γύρω από βιβλία σχεδόν στο μέγεθος ενός smartphone. Πρόκειται για εκδόσεις μικρού φυσικού μεγέθους, με περιορισμένο αριθμό σελίδων, που συχνά κινούνται στις 80-120, και με έμφαση σε στοχαστικά κείμενα, δοκίμια και υβριδικές μορφές αφήγησης. Παρότι μικρά, τα βιβλία αυτά δεν είναι φθηνά: η τιμή τους φτάνει τα 30-35 ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι το μίνι φορμάτ δεν σημαίνει απαραίτητα χαμηλή αξία. Αντιθέτως, αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα πολιτισμού και συλλογής, με κοινό που πληρώνει για την εμπειρία, τον σχεδιασμό και την ιδέα.
Σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο τιμής, αλλά με εξίσου σαφή στρατηγική, κινούνται μεγάλες δημοσιογραφικές και εκδοτικές πλατφόρμες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκδίδουν σύντομα έντυπα βιβλία και δοκίμια, συνήθως 100 έως 150 σελίδων, σε μικρότερο από το συνηθισμένο φορμάτ, με τιμές που κυμαίνονται από 12 έως 15 ευρώ. Αυτά τα βιβλία εστιάζουν σε ένα και μόνο θέμα – κοινωνικό, πολιτικό ή πολιτισμικό – και διαβάζονται μέσα σε μία ή δύο «συνεδρίες». Η επιτυχία τους βασίζεται στην αίσθηση του «επίκαιρου» και του «διαχειρίσιμου»: ο αναγνώστης ξέρει ότι δεν χρειάζεται εβδομάδες για να ολοκληρώσει την ανάγνωση, αλλά λίγες ώρες ουσιαστικής ενασχόλησης.
Στη βρετανική και ευρωπαϊκή αγορά, οι λεγόμενες «slim editions» ή «short books» έχουν επίσης γνωρίσει άνθηση. Εκδότες κυκλοφορούν νουβέλες και σύντομα μυθοπλαστικά έργα σε διαστάσεις περίπου 11 x 17 ή 12 x 18 εκατοστά, με έκταση 90 έως 140 σελίδες και τιμές που κυμαίνονταιαπό 8 έως 12ευρώ. Το μικρό μέγεθος επιτρέπει πιο χαμηλό κόστος παραγωγής, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία στη διανομή, ενώ το κοινό τα αντιμετωπίζει συχνά ως «δεύτερο βιβλίο»: μια αγορά παρόρμησης, δίπλα στο βασικό ανάγνωσμα.
Δεν λείπουν και τα ιστορικά παραδείγματα που φωτίζουν τη σημερινή τάση. Στις αρχές του 20ού αιώνα, μικρές εκδόσεις κλασικών έργων σε περιορισμένο μέγεθος και χαμηλή τιμή γνώρισαν τεράστια απήχηση, φτάνοντας σε εκατομμύρια αντίτυπα. Η διαφορά σήμερα είναι ότι το μίνι βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στη μαζική αγορά, αλλά και σε ένα πιο απαιτητικό κοινό που αναζητεί συμπύκνωση, αισθητική και σαφή συγγραφική πρόταση. Το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ξεκάθαρο: το μέγεθος μειώνεται, αλλά η πρόθεση παραμένει φιλόδοξη.







