Υπάρχει μακρά ιστορία παρεμβάσεων των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, βασισμένη σε ένα σιωπηρό, αν και αυτοανακηρυγμένο, δικαίωμα να επιλέγουν τους ηγέτες της περιοχής. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η τοποθέτηση ενός ηγέτη ή μιας κυβέρνησης εγκεκριμένων από αξιωματούχους των ΗΠΑ συνήθως παρουσιαζόταν ως σταυροφορία υπέρ της δημοκρατίας, με τη λογική ότι το κύριο κίνητρο της Αμερικής ήταν να σταματήσει τον κομμουνισμό.

Αυτή τη φορά, δεν υπάρχει καμία προσποίηση ότι ο στόχος είναι η δημοκρατία. Ο Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει να προσφέρει το πετρέλαιο της Βενεζουέλας στις αμερικανικές εταιρείες ενέργειας (αντίστοιχα με τον τρόπο που προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις επέλεγαν ηγέτες στη Λατινική Αμερική, οι οποίοι υποστήριζαν τα επιχειρηματικά συμφέροντα των ΗΠΑ), εξηγώντας ολόκληρη την επιχείρηση με όρους οικονομικού κέρδους. Ωστόσο, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δεν αποφέρει μεγάλο κέρδος βραχυπρόθεσμα. Η αξιοποίηση του δυναμικού του θα απαιτούσε τεράστιες μακροπρόθεσμες επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν πολιτική σταθερότητα.

Ενα προφανές προηγούμενο είναι η εισβολή στο Ιράκ το 2003, σημείο καμπής για την αμερικανική ισχύ. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, υπάρχει μια ανάλογη πεποίθηση ότι η απλή απομάκρυνση ενός δικτάτορα θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ωστόσο, ο στρατός της Βενεζουέλας δεν έχει ηττηθεί και η κυβέρνηση του Μαδούρο παραμένει στην εξουσία. Αν η κυβέρνηση Τραμπ έχει κάποιο σχέδιο, αυτό είναι ότι η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες μπορεί να αναλάβει τα ηνία για λογαριασμό των Αμερικανών, παρότι δεν αποκτά μεγαλύτερη νομιμότητα όταν υποστηρίζεται από τη βία των ΗΠΑ.

Το τρίτο προηγούμενο είναι πιο πρόσφατο: η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ηταν σοκαριστικό να ακούει κανείς τον Τραμπ να περιγράφει την απαγωγή του Μαδούρο ως «εξαιρετική στρατιωτική επιχείρηση», αφού ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε χρησιμοποιήσει μια τρομακτικά παρόμοια διατύπωση στην ομιλία με την οποία ανακοίνωσε την ολομέτωπη εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου του 2022.

Ο Πούτιν εκμεταλλεύτηκε σκόπιμα και γελοιοποίησε το διεθνές δίκαιο, ισχυριζόμενος ότι η επιθετικότητα της Ρωσίας δικαιολογείται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Ρωσία έχει εργαστεί σκληρά ώστε να δημιουργήσει έναν κόσμο όπου κάθε χώρα αντιμετωπίζει τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ως ένα αστείο, οπότε το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έκανε καμία προσπάθεια να δικαιολογήσει τις ενέργειές της στη Βενεζουέλα από την άποψη του διεθνούς δικαίου αποτελεί νίκη για το Κρεμλίνο, κι ας μη χαίρεται για αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αμερικανική επέμβαση, αν και αποτελεί σαφώς πράξη πολέμου, φαίνεται να ήταν ένα παλιό σχέδιο της CIA που υλοποιήθηκε με την υποστήριξη του αμερικανικού στρατού. Η περιγραφή του Τραμπ ως «επίθεση που δεν έχει ξαναγίνει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» είναι παράλογη. Επίσης, παραπέμπει στο τελευταίο προηγούμενο: τους πολέμους που νομιμοποίησαν τα φασιστικά καθεστώτα πριν από την ήττα τους το 1945.

Οι φασίστες στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Ρουμανία δικαιολόγησαν τις δικτατορίες τους με το επιχείρημα ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι ενεργούσαν για λογαριασμό ξένων εχθρών και διεθνών συνωμοσιών. Επιπλέον, αυτά τα καθεστώτα διεξήγαγαν πολέμους προκειμένου να ευθυγραμμίσουν τον εξωτερικό και τον εσωτερικό εχθρό – ήταν πολύ πιο εύκολο να καταπιέσουν τους εγχώριους αντιφρονούντες όταν ο πληθυσμός βρισκόταν σε πόλεμο.

Ο Τραμπ θέλει τα πολιτικά οφέλη του πολέμου χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο αμερικανικός στρατός έκανε θαύματα στη Βενεζουέλα και το θέμα έκλεισε.

Αλλά ενώ ο Πούτιν κατανοεί ότι ο φασισμός απαιτεί πραγματική μάχη, ο Τραμπ φαίνεται απρόθυμος ή ανίκανος να προχωρήσει τόσο μακριά, κυρίως επειδή είναι αδύναμος στο εσωτερικό της χώρας του. Οι Αμερικανοί μπορούν να αναλάβουν δράση προκειμένου να εμποδίσουν την «έκτακτη στρατιωτική επιχείρηση» του Τραμπ – η οποία αφορά περισσότερο την αλλαγή καθεστώτος στις ΗΠΑ παρά στη Βενεζουέλα – να επιταχύνει την ολίσθηση της χώρας τους προς τον αυταρχισμό, αρκεί να αναγνωρίσουν την εσωτερική πολιτική λογική πίσω από την εξωτερική παρέμβαση του Τραμπ.

O Τίμοθι Σνάιντερ είναι καθηγητής Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.