Η επιδρομή των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας και η απαγωγή του προέδρου της και της συζύγου του συγκαταλέγονται, αναμφίβολα, στις πλέον προκλητικές και συνάμα εντυπωσιακές στρατιωτικές επιχειρήσεις της σύγχρονης ιστορίας. Κι αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του εάν μάθουμε κάποια στιγμή τι ακριβώς συνέβη (οι πληροφορίες κάνουν λόγο για σφοδρή ανταλλαγή πυρών και πολλούς νεκρούς στις τάξεις της προεδρικής φρουράς)και, κυρίως, τι προηγήθηκε. Οπως, για παράδειγμα, εάν υπήρξαν πρόσωπα του ηγετικού κύκλου της λατινοαμερικανικής χώρας που «έδωσαν» τον Νικολάς Μαδούρο στους Αμερικανούς – κάτι που δύσκολα θα τολμούσαν να κάνουν στην περίπτωση του προκατόχου του, Ούγκο Τσάβες.
Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι πως πρόκειται για μια εξέλιξη την οποία προφανώς ο Ντόναλντ Τραμπ θα επιχειρήσει να πιστωθεί ολοκληρωτικά.
Τόσο για προσωπικό όφελος, καθώς η δόξα και η υστεροφημία δεν τον άφηναν ποτέ αδιάφορο, όσο και για να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς τους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών: «Σας έχω, όπου και να βρίσκεστε».

Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη που πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Η «Επιχείρηση Απόλυτη Αποφασιστικότητα» αποτελεί την πιο ατράνταχτη, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, απόδειξη πως έχουμε εισέλθει για τα καλά στην εποχή Τραμπ. Σε μια περίοδο, δηλαδή, στην οποία έννοιες όπως διεθνές δίκαιο ή εδαφική ακεραιότητα μοιάζουν να είναι… μπανάλ και να αντιμετωπίζονται ως βαρίδι στην άγρια αναμέτρηση για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής και, τελικά, ολόκληρου του κόσμου. Είναι κάτι που αναγνωρίζουν – με τις πράξεις τους – ακόμη και εκείνοι που έσπευσαν να καταδικάσουν την επιδρομή στο Καράκας, όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Οπως, άλλωστε, εύστοχα (θα έλεγε κανείς προφητικά…) τιτλοφορούνταν το φύλλο των «ΝΕΩΝ» αυτό το Σαββατοκύριακο, «Κανόνες τέλος, ζήτω το κέρδος!».







