Εχω την εντύπωση ότι τις τελευταίες ημέρες δεν υπήρξε εορταστικό τραπέζι ή φιλική συνάθροιση που η συζήτηση να μην είχε και λίγο από Καποδίστρια. Αλλοτε ακροθιγώς, άλλοτε εμβριθώς, στη δική μου παρέα παραλίγο να αρπαχτούμε στα σοβαρά πρωτοχρονιάτικα. Αφορμή η ταινία του Σμαραγδή βεβαίως, αλλά υπάρχουν και άλλες βαθύτερες αιτίες και, το σημαντικότερο, ανάγκες. Διότι και πέρυσι τέτοιες μέρες ψιλοπλακωνόμασταν για την ταινία για τον Καζαντζίδη, αλλά τώρα έχω την εντύπωση ότι το θέμα είναι υπαρξιακό.
Οι θεατές κατακλύζουν τις κινηματογραφικές αίθουσες για να δουν τον «Καποδίστρια», συγκινούνται, κλαίνε, στο τέλος χειροκροτούν όρθιοι, τα ρεκόρ εισιτηρίων καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο, άτυχος και ο Οικονομίδης που η «Σπασμένη Φλέβα» του έμεινε πίσω, πού να φανταστεί κι αυτός τον πατριωτικό οίστρο που θα μας καταλάμβανε, αμφιβάλλω αν τον φανταζόταν και ο ίδιος ο Σμαραγδής (ο οποίος πρέπει να είναι ο πιο ευτυχής Ελληνας αυτές τις μέρες). Τι είναι αυτό όμως που ανάγει μια ταινία σε εθνικοπροσωπική υπόθεση; Και μάλιστα όταν αναφέρεται σε πρόσωπα και γεγονότα ενός παρελθόντος διακοσίων, περίπου, χρόνων;
Οι «καποδιστριακοί», στην παρέα μου τουλάχιστον, διατείνονται με καταγγελτικό πάθος ότι η ταινία συγκινεί διότι, μέχρι σήμερα, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μιλάνε για σύγχρονους ολιγάρχες και λαμόγια, για «Μαυρομιχαλαίους» της εποχής μας, που κοιτάνε μόνο την πάρτη τους και την τσέπη τους και αδιαφορούν για τον λαό. Και αναζητούν ανιδιοτελείς και πεφωτισμένες προσωπικότητες που θα βάλουν πάνω απ’ όλα το συμφέρον των απλών ανθρώπων, θα επιβάλουν την τάξη και τη νομιμότητα, θα κλείσουν τα αφτιά τους σε αλλότριες προτροπές. Τι μας δείχνει η αναζήτηση ενός τέτοιου πεφωτισμένου, όπως θεωρούν, ηγέτη;
Την ανάγκη για έναν «πατερούλη» (οι συνειρμοί ελεύθεροι), για έναν «αρχάγγελο-Καποδίστρια» (τώρα μάλιστα που το Αγιον Ορος έταξε στον Σμαραγδή αγιοποίηση του κυβερνήτη) που θα τους προστατεύσει, θα τους οργανώσει, θα τους θωρακίσει εθνικά.
Μιλάμε χωρίς να γνωρίζουμε την Ιστορία ούτε καν την επίσημη – αφήνω τα παραλειπόμενά της. Οτι πίσω από τη σύγκρουση των προσώπων της εποχής υπήρχε η σύγκρουση των Μεγάλων Δυνάμεων, ότι το όραμα του Καποδίστρια ήταν σπουδαίο, αλλά το να περιφέρεις σιδηροδέσμιο τον Κουντουριώτη στους δρόμους του Ναυπλίου ήταν πράξη εκδικητική. Διαχωρίζουμε τις ιστορικές προσωπικότητες σε ήρωες και καθάρματα ξεχνώντας ότι οι άνθρωποι, πολύ συχνά, μπορεί να είναι και ήρωες και καθάρματα συγχρόνως.
Ο Καποδίστριας, σε κάποια επιστολή του σε αλλοδαπό φίλο του, αναφέρει πως, όταν πρωτοήρθε στην τότε Ελλάδα, είδε μια χώρα ερειπωμένη, με ανθρώπους να κυκλοφορούν όχι ρακένδυτοι, αλλά σχεδόν γυμνοί. Διακόσια χρόνια μετά, μπορεί να έχουμε ντυθεί με όλα τα τζοβαϊρικά του κόσμου, αλλά ελάχιστα έχουμε απομακρυνθεί από εκείνους τους ημίγυμνους Ελληνες. Και τώρα όπως και τότε, έτοιμοι να διχαστούμε, έτοιμοι να υποδεχθούμε σωτήρες, έτοιμοι να κλείσουμε τους «άλλους» σε μπουντρούμια.
Κυρίως από άγνοια. Ας γίνει λοιπόν αυτή η ταινία τουλάχιστον η αφορμή να διαβάσουμε, να μάθουμε πέντε πράγματα, μήπως και προχωρήσουμε κανένα βήμα. Και προτείνω, για αρχή, τα σχετικα βιβλία της Ελένης Κούκκου και του Χρήστου Λούκου.







