Πάντα το ψωμί
πάντοτε για το ψωμί
Αυτό το «για» ζυμώνεται με αίμα
Ξυπνάει η μέρα ανοίγοντας πλάτη της θάλασσας ξένα. Τρεις ίσκιοι παγωμένοι, και κάπου στο βάθος μπροστά, μικρό και μαύρο το Αγαλμα της Ελευθερίας από μακριά. Οι ίσκιοι των ίσκιων τους, που γράφει και απλώνει το φως στα πέλματά τους, στερεώνουν σκοτεινούς ιστούς να κρεμάσουν τις δειλές σημαίες των ελπίδων τους. Μετανάστες.
Δεν θα πω πόθεν η φωτογραφία ώστε να καταλήξω στη λέξη, διότι στη σύνθεσή της είναι καταληκτική η ημίφωτη εικόνα στη δραματική της γραμματική.
Αλλωστε η γλώσσα των σωμάτων το αποδείχνει καίρια. Τα κρεμασμένα χέρια του μουδιασμένου άντρα, το μαντίλι, τα σταυρωμένα δικά της στο σφιγμένο κορμί, η ανέμελη στάση του παιδιού ανάμεσά τους.
Μετανάστες λοιπόν, που βρίσκονται και ίσως διαμείνουν μακριά από τον τόπο τους εξ ανάγκης αφού υψώνεται λερναία εποχή. Γυρίζοντας τον χρόνο στις αρχές του 20ού αιώνα αλλά και αργότερα, με τη μετανάστευση στην Αμερική στην πρώτη περίπτωση, και στην Ευρώπη στη δεύτερη, η αιμορραγία του ελλαδικού πληθυσμού σε ποσοστά είναι εξόχως σημαντική.
Εχουμε ζήσει και ζούμε κάτω από άλλες συνθήκες την ξενιτιά σε τούτο τον τόπο. Αποχωρίζονταν τους δικούς τους, έρχονταν κάθε τέσσερα - πέντε χρόνια να κάνουν ένα παιδί και να ξαναφύγουν, προσμένοντας το γλυκύ «οίκαδε» σε συνθήκες εκδούλωσης και άφατου κάποτε πόνου. Πόνου που καταγράφεται με ποιητική γοητεία αλλά και παρρησία στο δημοτικό μας τραγούδι, αναθεματίζοντας τα «ξένα».
Η μάνα μου σε μαύρες περιοχές της ζωής της, που αφορούσαν δικούς της ξενιτεμένους, αλλά και στην πεντάχρονη δική της ξενιτιά με τη λήξη του Εμφυλίου στην Ουγγαρία, σιγοτραγουδούσε έναν συρτό σκοπό, που την ταξίδευε στην ελπίδα. Μένω στη φωτογραφία να καταγράψω τις συνθήκες και τους όρους μετανάστευσης στην Αμερική ώς το 1924, που κλείνει σημαντικά η μεταναστευτική ροή για λόγους ξενοφοβικούς.
Ώς εκεί έχουμε πολιτευτές που υπόσχονταν ένα κοτόπουλο σε κάθε κατσαρόλα κι ένα αμάξι σε κάθε αυλή, σ' ένα χωνευτήρι που περνούσαν κάθε λογής πληθυσμοί κι έβγαιναν με μια μικρή σημαία πολίτες Αμερικανοί. Δεν λείπουν ωστόσο και τότε ξεσπάσματα και απεργίες από την οργή της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας. Εχουμε και ελληνική συμμετοχή, με θύμα τον Λούη Τίκα από την Κρήτη που πρωτοστατεί για το δίκιο των κολασμένων στα ορυχεία της Γιούτα και αλλαχού.
Οι Ελληνες, αγρότες στη βάση τους, έφευγαν να καλύψουν, ως ανειδίκευτοι εργάτες, ανάγκες της χώρας και η τύχη τους δεν ήταν φυσικά ευνοϊκή. Οδηγούνταν σε βιομηχανικές μονάδες, στα ορυχεία, στην κατασκευή σιδηροδρόμων, σε ξενοδοχεία για οποιαδήποτε εργασία οπουδήποτε.
Οι Ελληνες μάλιστα δεν ήταν, για τους Αμερικανούς, αρκετά λευκοί και θεωρούνταν συνήθως επικίνδυνοι και παραβατικοί στη βάση της πυραμίδας με τους νοτιοανατολικούς λαούς της Ευρώπης, με τα συνακόλουθά της. Φόβος και πόνος, που έχουν φωνήεντα και σιωπές, τα οποία καμιά γραφή τους δεν τα αποτυπώνει. Σ' αυτήν τη μεταναστευτική λαίλαπα έχουν καταγραφεί συγκλονιστικοί στο μέγεθός τους πληθυσμοί για την Αμερική κατά την περίοδο της σταφιδικής κυρίως κρίσης από το 1890 και εκείθεν, προσδοκώντας την αποπληρωμή και όχι μόνο των χρεών των δανείων τους. Το 1907 μεταναστεύουν 15.000 μετανάστες, νέοι στην πλειονότητά τους, σε συνθήκες εκμετάλλευσης μ' ένα εισιτήριο για τ' όνειρο, ερημώνοντας τον τόπο τους.
Εμπορικοί πράκτορες φρόντιζαν τη μεταφορά τους διεκδικώντας τους πρώτους μισθούς των μεταναστών, οι οποίοι όφειλαν να ξεχρεώσουν τα έξοδα της διακίνησής τους. Σ' αυτήν τη μάστιγα εκμεταλλεύονται ακόμη και παιδιά του πένθους με την ίδια ενέσιμη ελπίδα.Την πύλη εισόδου του Ελις Αϊλαντ, νησιού της αγωνίας με δράματα ζωής, πέρασαν από το 1892 έως το 1924 δώδεκα εκατομμύρια μετανάστες, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός Ελλήνων. Ηδη το 1910 η Νέα Υόρκη είχε πάνω από 12.000 Ελληνες και το 1920 το Σικάγο φιλοξενούσε 50.000 μετανάστες, πολλοί των οποίων, εκεί και αλλού, με μεταναστευτικά εμβάσματα και χορηγίες, στάθηκαν αρωγοί των δικών τους αλλά και των τόπων τους, καλύπτοντας ανάγκες σχολείων, νοσοκομείων κι άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων. Ωστόσο κάποιοι, κάτω από αστάθμητες συνθήκες, επέστρεφαν στην πατρίδα προκαλώντας αλαζονικά με τον πλούτο τους, ξεχνώντας τα όσα πέραν αυτού αξιώνουν τη ζωή.
Αλλοι που στερήθηκαν τα πάντα να σηκώσουν μια στέγη για να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους, πλήρωσαν ακριβά το τίμημα με δυσβάσταχτο φόρο ψυχής. Μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό γεγονός από διήγηση του πατέρα μου, για κάποιον δεινό καπνιστή μετανάστη ο οποίος αποταμιεύοντας εμμονικά τα χρήματα από το κόψιμο του τσιγάρου κατόρθωσε να χτίσει μια στέγη. Επιστρέφοντας ηλικιωμένος, στερημένος και κουρασμένος, στάθηκε ώρα να το κοιτά και να σκάβει τη μνήμη του μετρώντας. Κάποια μέρα, στον σκασμό του, αγόρασε ένα πακέτο, έλουσε το σπίτι με βενζίνη, άναψε ένα τσιγάρο και με το ίδιο έβαλε φωτιά στο σπίτι λέγοντας: «Μ' αυτό σ' έχτισα, μ' αυτό και θα σε κάψω». Και το 'καψε.
Το Μεταναστευτικό αποτελεί οξύτατο διαχρονικό πρόβλημα, με τις αιτίες του να παραμένουν σκοτεινές, φτερουγίζοντας ένθεν κακείθεν.
Πρέπει ωστόσο εμείς, οι τυχεροί ώς τώρα πληθυσμοί του πλανήτη, να τις συλλογιστούμε μακριά από διαγκωνισμούς και σημασιολογικές αντιθέσεις μεταξύ των προσδιορισμών «μετανάστης» και «πρόσφυγας».
Σαφώς τα ρήματα «προσφεύγω» και «μεταναστεύω» διαφέρουν εννοιολογικά. Στα όριά τους όμως και τα δύο συναιρούνται στο «προσφεύγω» διότι είτε από οβίδα είτε από πείνα χάνεται η ζωή, ένα και το ίδιο είναι σ' αυτή την πτωτική αλυσίδα από το ευκταίο «ευ ζην» στο «ζην», στο «επιζήν» και στο «φευ ζην» που σε αναγκάζει στην αναπόφευκτη δράση της προσφυγής. Ο οποιοσδήποτε εκτοπισμός, χωρίς τη συγκατάθεσή σου, δεν είναι παρά καταναγκασμός, αφού ο άνθρωπος κατά τον Σαρτρ και όχι μόνο «είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».
Ζούμε μετρώντας καθημερινά τους αλμυρούς σταυρούς που γράφουν τα κουπιά πάνω από τα πτώματα που βυθίζονται στο νεκροταφείο της Μεσογείου και το πένθος των επιζώντων, των οποίων η τύχη δοκιμάζεται με νέες στη συνέχεια συμφορές. Από πηγές ανθρωπιστικών οργανώσεων μαθαίνουμε πως, σήμερα, περί τα εκατό εκατομμύρια άνθρωποι ψάχνουν νηστικοί για ψωμί και για καμιά σκηνή να βάλουν το κεφάλι τους σ' έναν πλανήτη που ο μισός πεθαίνει από πείνα κι ο άλλος μισός από χοληστερίνη.
Στην εποχή μας που σε θέλει σοφό στα εννιά, νεκρό στα δώδεκα, η ηθική της παρηγοριάς δεν αρκεί. Η πράξη είναι ο μόνος σεμνός, σιωπηλός και τελειωμένος λόγος. Πριν πεθάνει λοιπόν η γνώση και χαθούμε, είναι αναγκαίο πέρα από διδακτισμούς να σηκώσουμε τα μανίκια και να ξεθάψουμε το βαθιά ενταφιασμένο «φιλάνθρωπον» και εκείθεν, επιτέλους, να φωτογραφίζουμε.