Την Πρωτομαγιά του 1944, οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 Έλληνες πατριώτες, ως αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ στη Λακωνία από άνδρες του ΕΛΑΣ.

Την άνοιξη εκείνης της χρονιάς, η ατμόσφαιρα στην κατεχόμενη Ελλάδα ήταν εκρηκτική. Το ΕΑΜ και οι αστικές δυνάμεις, γνωρίζοντας ότι η αποχώρηση των Γερμανών πλησίαζε, προετοιμάζονταν για την επόμενη ημέρα. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του. Οι Γερμανοί, μαζί με τους εγχώριους συνεργάτες τους, εξαπέλυαν κύμα τρομοκρατίας κατά των δυνάμεων του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που σήκωναν το κύριο βάρος της Εθνικής Αντίστασης.

Η επίθεση στους Μολάους και η διαταγή αντιποίνων

Στις 27 Απριλίου 1944, άνδρες του ΕΛΑΣ υπό τον ανθυπολοχαγό Σταθάκη έστησαν ενέδρα σε γερμανική αυτοκινητοπομπή μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Από την επίθεση σκοτώθηκαν ο υποστράτηγος Φραντς Κρεχ, διοικητής της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, και τρεις άνδρες της συνοδείας του, ενώ τραυματίστηκαν πέντε ακόμη Γερμανοί στρατιωτικοί.

Ακολουθώντας τη συνηθισμένη τους τακτική, οι Γερμανοί αποφάσισαν να προβούν σε μαζικά αντίποινα, επιλέγοντας την εκτέλεση αμάχων. Παράλληλα, στόχευαν να πλήξουν το ηθικό των κομμουνιστών στις συνοικίες της Αθήνας. Έτσι, στις 30 Απριλίου δημοσιεύθηκε στον κατοχικό Τύπο η διαταγή για τον τυφεκισμό διακοσίων κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944.

Οι «Έλληνες εθελονταί» που αναφέρονται στην ανακοίνωση ήταν άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, υπό τον αξιωματικό του Στρατού Διονύσιο Παπαδόγγονα, στενό φίλο του Κρεχ.

Η εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής

Οι 200 κρατούμενοι που προορίζονταν για εκτέλεση βρίσκονταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι 170 προέρχονταν από τις φυλακές της Ακροναυπλίας και οι υπόλοιποι 30 από την Ανάφη. Η κατοχική κυβέρνηση του Ράλλη επιχείρησε χλιαρά διαβήματα για την αποτροπή της εκτέλεσης, χωρίς αποτέλεσμα.

Το πρωί της Πρωτομαγιάς, μετά το προσκλητήριο, άρχισε η εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο διερμηνέας του στρατοπέδου, Ναπολέων Σουκατζίδης, ιδιαίτερα αγαπητός στους συγκρατούμενούς του. Όταν ο διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ τού πρότεινε να αντικατασταθεί, εκείνος αρνήθηκε, επιλέγοντας να πεθάνει μαζί με τους συντρόφους του.

Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν με καμιόνια στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Καθ’ οδόν, πολλοί πέταγαν μικρά σημειώματα στους δρόμους, τα οποία περισυνέλεγαν περαστικοί και τα παρέδιδαν στις οικογένειές τους ή στις οργανώσεις της Αντίστασης.

Στον τόπο της εκτέλεσης, οι πατριώτες οδηγούνταν ανά εικοσάδες. Γύρω στις 10 το πρωί τα πολυβόλα άρχισαν να θερίζουν. Οι επόμενες ομάδες αναλάμβαναν να μεταφέρουν τα σώματα των προηγούμενων, προτού πάρουν τη θέση τους μπροστά στα όπλα. Μέχρι το μεσημέρι, η εκτέλεση είχε ολοκληρωθεί. Τους τελευταίους νεκρούς μετέφεραν άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η μνήμη των 200 και το μήνυμα της Πρωτομαγιάς

Την επόμενη ημέρα, ο λαός της Καισαριανής αψήφησε την τρομοκρατία και μετονόμασε τον δρόμο του αίματος σε «Οδό Ηρώων». Στους τοίχους της πόλης γράφτηκε το σύνθημα: «Αυτός ο δρόμος είναι Δρόμος Ηρώων. Τον διαβαίνουν οι λεβέντες του έθνους. Χτες 1 του Μάη τον διάβηκαν 200 παλικάρια».

Η θυσία των 200 της Καισαριανής παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της Εθνικής Αντίστασης και της Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.

Πηγή: sansimera

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000