Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι οι επιπτώσεις της αναιμίας – μιας πάθησης που προκαλείται από την έλλειψη αιμοσφαιρίνης, απαραίτητης για τη μεταφορά οξυγόνου στα όργανα και τους ιστούς – εκτείνονται πολύ πέρα από την κόπωση, τη δύσπνοια και το ωχρό δέρμα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αναιμία φαίνεται να επηρεάζει και τον εγκέφαλο, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας και συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα βιοδεικτών που σχετίζονται με τη νόσο Alzheimer και τη νευροεκφύλιση.
Ερευνητές από τη Σουηδία και την Ιταλία πραγματοποίησαν μακροχρόνια μελέτη σε 2.282 ενήλικες άνω των 60 ετών χωρίς διάγνωση άνοιας, που ζουν στη Στοκχόλμη. Κατά την έναρξη της έρευνας, μετρήθηκαν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης και οι βιοδείκτες που σχετίζονται με νευροεκφυλιστικές διαταραχές. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν ανά τρία έως έξι χρόνια για να αξιολογηθεί η εξέλιξη της υγείας τους.
Αναλύοντας δεδομένα άνω της δεκαετίας, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα άτομα με αναιμία στην αρχή της μελέτης είχαν 66% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν άνοια με την πάροδο του χρόνου. Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης 9,3 ετών, 362 συμμετέχοντες ανέπτυξαν άνοια. Παράλληλα, καταγράφηκε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ χαμηλής αιμοσφαιρίνης και αυξημένων επιπέδων βιοδεικτών αίματος που συνδέονται με τη νόσο Alzheimer, όπως πρωτεΐνες που σχετίζονται με βλάβη και φλεγμονή εγκεφαλικών κυττάρων. Η σχέση αυτή ήταν εντονότερη στους άνδρες.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό JAMA Network Open.
Αποκωδικοποιώντας τη σχέση αναιμίας και εγκεφαλικής λειτουργίας
Η αναιμία επηρεάζει περίπου έναν στους δέκα ανθρώπους άνω των 65 ετών και έχει συνδεθεί με διάφορες αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, συμπεριλαμβανομένου του αυξημένου κινδύνου άνοιας. Μία από τις επικρατέστερες εξηγήσεις είναι η μειωμένη παροχή οξυγόνου στον εγκέφαλο, που προκαλεί μακροχρόνια πίεση στα εγκεφαλικά κύτταρα, βλάβες στα αγγεία και σταδιακή απώλεια νευρώνων. Απεικονιστικές μελέτες υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία, δείχνοντας συρρίκνωση του εγκεφάλου και ενδείξεις ιστικής βλάβης σε άτομα με αναιμία.
Προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης αναφέρει αυξημένα επίπεδα βιοδεικτών που σχετίζονται με τη νόσο Alzheimer στο αίμα ατόμων με αναιμία. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές αν αυτές οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν άμεσα βλάβες στον εγκέφαλο. Η περαιτέρω διερεύνηση αυτής της σχέσης θα μπορούσε να δώσει στοιχεία για το πώς η αναιμία επηρεάζει την ανάπτυξη και εξέλιξη της άνοιας.
Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες αξιοποίησαν δεδομένα από τη Swedish National Study on Aging and Care in Kungsholmen (SNAC-K) – μια μακροχρόνια πληθυσμιακή έρευνα που εξετάζει τη διαδικασία της γήρανσης – προκειμένου να κατανοήσουν τη σύνδεση μεταξύ αναιμίας και παθολογίας Alzheimer.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αναιμία συνδέεται ισχυρά με αυξημένο κίνδυνο άνοιας και πρώιμα σημάδια εγκεφαλικής βλάβης σε ηλικιωμένους. Ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος σε όσους είχαν αναιμία και αυξημένα επίπεδα τριών βασικών πρωτεϊνών στο αίμα: της Phosphorylated tau 217 (p-tau217), δείκτη που συσσωρεύεται στον εγκέφαλο κατά τις αλλαγές που σχετίζονται με Alzheimer· της Neurofilament light chain (NfL), δείκτη νευρικής βλάβης· και της Glial fibrillary acidic protein (GFAP), που υποδηλώνει φλεγμονή ή κυτταρικό στρες. Άτομα με αναιμία και υψηλά επίπεδα NfL είχαν 3,5 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν άνοια.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η αναιμία ενδέχεται να καθιστά τον εγκέφαλο πιο ευάλωτο, με αποτέλεσμα τα σημάδια άνοιας να εκδηλώνονται νωρίτερα ή με μικρότερη έκταση βλάβης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η αναιμία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κλινικό παράγοντα στην αξιολόγηση του κινδύνου άνοιας και ενδεχομένως τροποποιήσιμο παράγοντα για την πρόληψη της νόσου Alzheimer. Απαιτούνται όμως περαιτέρω μακροχρόνιες μελέτες για να διαπιστωθεί αν η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της αναιμίας μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της γνωστικής έκπτωσης.





