Καθώς η προοπτική επανέναρξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κρέμεται από μια κλωστή, αυξάνονται οι πιθανότητες ο Ντόναλντ Τραμπ να δώσει εντολή για κάποιας μορφής χερσαία επέμβαση στη Μέση Ανατολή.

Πρόκειται για το «σενάριο καταστροφής» που ο ίδιος είχε επανειλημμένα αποκλείσει: την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων που θα μπορούσε να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν «αέναο πόλεμο» στην περιοχή.

Με την εκεχειρία στον πόλεμο με το Ιράν να πλησιάζει στη λήξη της και τις συνομιλίες να βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να υπαναχωρήσει από τη δέσμευσή του και να διατάξει κάποια μορφή στρατιωτικής εισβολής.

Παρά τις ελπίδες για τερματισμό της σύγκρουσης, η κυβέρνηση Τραμπ έχει ενισχύσει σημαντικά τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή. Με την άφιξη της ομάδας ετοιμότητας αμφίβιων Boxer και της δύναμης Πεζοναυτών έως το τέλος του μήνα, περισσότεροι από 10.000 πρόσθετοι στρατιώτες θα έχουν αναπτυχθεί από την έναρξη της εκεχειρίας στις 8 Απριλίου.

«Αν δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά που κάνει ο πρόεδρος Τραμπ και όχι σε όσα λέει, τότε μια χερσαία εισβολή είναι αρκετά πιθανή», δήλωσε ο Άλι Βάεζ, επικεφαλής του προγράμματος για το Ιράν στο International Crisis Group.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «δεν έχουμε δει να αναπτύσσει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και τελικά να μην τις χρησιμοποιεί». Όπως πρόσθεσε, «οι πιθανότητες να προχωρήσει σε χερσαία εισβολή είναι πολύ αυξημένες» και υπάρχει «σαφής κίνδυνος κλιμάκωσης της αποστολής».

Η στάση της Τεχεράνης

Στην Τεχεράνη φαίνεται να επικρατεί παρόμοια εκτίμηση. Ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, που έχει αναδειχθεί σε βασικό διαπραγματευτή στις ειρηνευτικές συνομιλίες, δήλωσε ότι το καθεστώς προετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει «νέα χαρτιά στο πεδίο της μάχης» σε περίπτωση επανέναρξης των συγκρούσεων.

Αναλυτές εκτιμούν ότι οι στρατιωτικοί σχεδιαστές του Ιράν προετοιμάζονται εδώ και χρόνια για το ενδεχόμενο χερσαίας εισβολής, ενώ η ρητορική ανώτερων αξιωματούχων δείχνει πως δεν τη φοβούνται, αλλά εμφανίζονται έτοιμοι να την αντιμετωπίσουν.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, που συμμετείχε σε δύο γύρους συνομιλιών με τις ΗΠΑ πριν τη διακοπή τους λόγω στρατιωτικών ενεργειών, δήλωσε στο NBC: «Όχι, τους περιμένουμε, γιατί είμαστε βέβαιοι ότι μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, και αυτό θα είναι μια μεγάλη καταστροφή για αυτούς».

Ο Ασκάν Χασεμιπούρ, αναλυτής για το Ιράν στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σχολίασε ότι η δήλωση αυτή δεν είναι απλώς ρητορική. «Το Ιράν φαίνεται να τα πηγαίνει σχετικά καλά σε έναν πόλεμο που διεξάγεται κυρίως στον αέρα και στη θάλασσα. Αν οι επιχειρήσεις μεταφερθούν στο έδαφος, γνωρίζει ότι θα είναι ακόμη πιο ισχυρό», ανέφερε.

Η ιστορική εμπειρία και η στρατιωτική προετοιμασία

Η αυτοπεποίθηση της Τεχεράνης ενισχύεται από την ιστορική εμπειρία του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980–1988), όταν οι ιρανικές δυνάμεις απέκρουσαν την εισβολή του ιρακινού στρατού υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν, παρά τη στήριξη που εκείνος λάμβανε από τη Δύση και τη Σοβιετική Ένωση.

Ο Νάντερ Χασέμι, καθηγητής Πολιτικής της Μέσης Ανατολής και Ισλαμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Georgetown, σημείωσε ότι εκείνος ο πόλεμος αποτέλεσε καθοριστική εμπειρία για τους σκληροπυρηνικούς κύκλους της Ισλαμικής Δημοκρατίας. «Τον είδαν όχι απλώς ως πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ιράκ, αλλά ως μια μεγάλη προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης να υπονομεύσουν την Ισλαμική Επανάσταση», ανέφερε.

Όπως πρόσθεσε, το ιρανικό καθεστώς βλέπει σαφείς αναλογίες με τη σημερινή κρίση, θεωρώντας ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιδιώκουν να ανατρέψουν την Ισλαμική Δημοκρατία.

Η στρατηγική των Φρουρών της Επανάστασης

Σε στρατιωτικό επίπεδο, παρά την τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) αναμένεται να στηριχθεί σε ασύμμετρες τακτικές, με έμφαση στον ανταρτοπόλεμο και την αποκεντρωμένη άμυνα.

Το IRGC έχει οργανωθεί σε 31 επαρχιακές μονάδες, αντιστοιχώντας στις διοικητικές περιφέρειες της χώρας, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από την κεντρική διοίκηση. Ο Σαΐντ Γκολκάρ, καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί, εξηγεί ότι η στρατηγική αυτή διαμορφώθηκε μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, με στόχο «να διασπαστεί το Ιράν σε ένα μωσαϊκό, όπου κάθε τμήμα θα μπορεί να αμύνεται αυτόνομα».

Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να έχουν και οι συμβατικές δυνάμεις του Ιράν, γνωστές ως Αρτές (Artesh), οι οποίες μετά τις μεταρρυθμίσεις του 2009 αναδιοργανώθηκαν σε μονάδες ταχείας αντίδρασης με βάση 12 περιφερειακά στρατηγεία.

Σύμφωνα με τον Χασεμιπούρ, ο βασικός στόχος είναι να υποχρεωθούν οι αμερικανικές δυνάμεις να διεξάγουν ταυτόχρονα έναν συμβατικό και έναν ασύμμετρο πόλεμο.

Η Μπασίτζ και τα πιθανά σενάρια

Η ασύμμετρη διάσταση, υπό την ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης, εκτιμάται ότι θα βασιστεί εν μέρει στη στήριξη της Μπασίτζ, της εθελοντικής νεολαιίστικης δύναμης με έντονο ιδεολογικό υπόβαθρο. Κομβικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει το τάγμα πεζικού «Ιμάμ Χουσεΐν», που φέρει το όνομα του εγγονού του προφήτη Μωάμεθ.

Ωστόσο, ο Γκολκάρ υποβάθμισε τη στρατιωτική σημασία της Μπασίτζ, χαρακτηρίζοντάς τη «εργαλείο εσωτερικής καταστολής» και αμφισβητώντας την προθυμία πολλών μελών της να πολεμήσουν, λόγω της διάχυτης κοινωνικής δυσαρέσκειας στο εσωτερικό του Ιράν.

Πιθανές κινήσεις και διεθνείς επιπτώσεις

Με τον Τραμπ να δίνει έμφαση στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, μια πιθανή ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων θα μπορούσε να περιοριστεί στην κατάληψη νησιών στον Περσικό Κόλπο, στα νότια του Ιράν. Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις θα καθιστούσαν τις αμερικανικές δυνάμεις ευάλωτες σε επιθέσεις με πυραύλους και drones.

Παράλληλα, το ιρανικό καθεστώς εκτιμάται ότι θα αντιδρούσε ασκώντας πίεση στους συμμάχους Χούθι στην Υεμένη να κλείσουν τη θαλάσσια οδό του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει εκτίναξη των παγκόσμιων τιμών ενέργειας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.