Νίκος Καζαντζάκης
Ανάσταση στην Ιερουσαλήμ
«Αξαφνα τα μαυροκέφαλα ολόδρωτα πλήθη τρικύμισαν – καινούργιοι προσκυνητές Αραβίτες χιμούνε στην αυλή με τα εξαφτέρουγα και τα φανάρια τους και τις μεγάλες, του μπογιού τους, λαμπάδες. Οι Αραβίτες σκληρίζουν ξεφρενιασμένοι. Ενας γέρος ανεβαίνει απάνω στους ώμους της αν-θρωπομάζας, πηδά από ώμο σε ώμο, αφρίζοντας, κρατάει δύο γδυμνά σπαθιά και σπαθίζει τον αγέρα. Χορεύει απάνω στους ώμους, σκληρίζει, τα μάτια του έγιναν όλο ασπράδι, τα κεριά που έχει τυλίξει τη μέση του λιώνουν μέσα στη βαριά ζέστη και στάζουν. Σε λίγο καταφτάνουν οι Αρμένηδες, τα λάβαρα σαλεύουν στον αγέρα, τα μικρά του ψαλτικού χορού, ντυμένα με κίτρινα πουκάμισα, υψώνουν μέσα στον μουντόν αγέρα τη δροσερή φωνή τους. Ερχουνται οι Κόφτες, οι Σύροι, οι Αβησσυνοί, οι τσομπάνηδες, οι Βεδουίνοι, οι Μαρωνίτες, πέντε έξι λιναρόξανθοι Ρούσοι, απ’ όλη την απέραντη Ρουσία, μερικοί Αμερικανοί, κρύοι και κωμικοί μέσα στο φλογερό τούτο ασιατικό καμίνι. Ερχουνται οι γυναίκες οι Βηθλεμίτισσες, με τ’ αψηλά χωνωτά κεφαλοδεσίματά τους και με τις ολάσπρες μπόλιες. Κύματα πολύχρωμα, επιθετικά, ένας ρυθμός γοργός, πολεμικός, σα να καταφτάνουν στρατέματα. Ξεχείλισε ο ναός, σκαρφάλωσαν οι πιστοί πάνω στις κολόνες, καβαλίκεψαν τα στασίδια, κρεμάστηκαν απάνω στο γυναικωνίτη…» (Από το «Ταξιδεύοντας», εκδ.Σεράπειον 1927, πλέον εκδ.Διόπτρα
Οδυσσέας Ελύτης
Στη Μυτιλήνη με τον Εμπειρίκο
«Την άνοιξη του 1935, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος κι εγώ αποβιβαζόμασταν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Μια πρόσκληση να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα σε σπίτι φιλικό ήταν η αφορμή. Αλλά η αιτία η βαθύτερη ήταν να βαδίσουμε πάνω στα ίχνη που δεν μπορεί παρά να είχε αφήσει, πεθαίνοντας εκεί ένα χρόνο πριν, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. (…) Από δρόμους άφτιαχτους, κακοτράχαλους, μισοπατημένους απ’ το βλαστομάνημα του Μαγιού, προωθηθήκαμε ώς τις πιο ξεμοναχιασμένες άκριες του νησιού, ώς τα πιο λιγοσύχναστα χωριά και δεν αφήσαμε καφενείο για καφενείο που να μη σταματήσουμε. Όσο που να ‘ρθει ο καφές ή η λεμονάδα, το μάτι μας είχε κιόλας φέρει βόλτα εκατό φορές τους τέσσερις τοίχους του μαγαζιού. Κι όταν, όπως μας έλαχε μερικές φορές, σπάνιες είναι η αλήθεια, επισημαίναμε αναρτημένο έργο του Θεόφιλου, με τρόπο φέρναμε την κουβέντα, ζητούσαμε πληροφορίες, αρχινούσαμε τα παζάρια, τέλος, φορτώναμε στο αυτοκίνητό μας το λάφυρο και φεύγαμε» (Από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», Εκδ. Γνώση).
Γιώργος Σεφέρης
Στους Επιτάφιους της ζωής του
H αποστροφή του κορυφαίου ποιητή είναι γνωστή στις «Μέρες Δ’»: «Κάποτε να μου θυμίσεις να σου πω την ιστορία των Επιταφίων μου. Λογάριασαν πολύ στη ζωή μου». Και όντως, στα ημερολόγιά του – πώς αλλιώς; – είναι συχνές οι καταγραφές για «την υψηλότερη μορφή της άνοιξης»: την «ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα», όπως γράφει στις «Δοκιμές» (1951) αποχαιρετώντας τον Σικελιανό.
30 Απρίλη 1932 (Λονδίνο)
Χθες, Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον Επιτάφιο. Κάποτε να μου θυμίσεις να σου πω την ιστορία των Επιταφίων μου. Λογάριασαν πολύ στη ζωή μου. Σε κάθε κόχη που έστριβα, έβλεπα χθες, καθώς στεκόμουν επίσημος και τελετουργικός με το κερί στο χέρι, κι έναν Επιτάφιο. «Ο χτεσινός πλούτισε τη συλλογή μου. Ηταν ο πιο καθωσπρέπει που είδα ποτέ μου. Φράγκικη πολυφωνία (Η ζωή εν τάφω είχε γίνει Τραβιάτα ξεψυχισμένη): Φράκα. Ασπρα γάντια. Χρυσαφικά. Κόκκινα κι άσπρα ροδοπέταλα, τόσο περιποιημένα, που μοιάζαν από celluloid. Κι η απαραίτητη εγγλεζοχιώτικη προφορά: κατ (h) ετ (h) έθης Κριστ (h) έ. Ο ωραιότερος και ο πιο αληθινός που είδα ήταν εκείνος που περνούσε με κλαπαδόρες κάτω από τον Παρθενώνα, τ’ Αϊ-Δημήτρη του Λουμπαρδιάρη. Συλλογίστηκα και τη Στέρνα και μου φάνηκε καλή και σωστή στον τόνο της. Λέω να τη δημοσιέψω το Σεπτέμβρη, μόνη. Τι λες; Μου μένει ακόμη ένας Επιτάφιος εδώ, κι έπειτα θα μπορέσω να αντικρίσω το Αιγαίο… Είναι όμως τόσο μακριά κάποτε ο άγιος Επιτάφιος…»
(Απόσπασμα από τις «Μέρες Β’», περίοδο κατά την οποία εργαζόταν στο Λονδίνο ως διευθύνων του Ελληνικού Γενικού Προξενείου.)
26 Απρίλη, Μεγάλη Παρασκευή 1940 (Πόρος, «Γαλήνη»)
Από χτες το μεσημέρι εδώ. Γράφω μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, προχωρημένο απόγευμα. Αργές καμπάνες της Μ. Παρασκευής και, κάθε ώρα, το κανόνι του Προγυμναστηρίου. Από το παράθυρο πεύκα, ένα κομμάτι θάλασσα, στο βάθος ο ανατολικός κάβος κομμένος στον αυχένα από το δρόμο που πάει κατά το μοναστήρι. Εκτός από τις νεκρώσιμες καμπάνες, μεγάλη ησυχία… Στο Προγυμναστήριο μεσίστιες σημαίες, όπως και στα κότερα. Τα μπρούντζινα όργανα έπαιζαν το Νεκρώσιμο Εμβατήριο του Chopin, που ερχότανε ως εδώ παραλλαγμένο από την απόσταση, το αεράκι και το τοπίο. Κηδεύουν το Χριστό σαν απόστρατο συνταγματάρχη· αυτό μ’ ενόχλησε πολλές φορές. Αλλά χτες παραδέχθηκα πως δεν αξίζει και τόσο πολύ τον κόπο ν’ αντιδρά κανείς ολοένα στις αδέξιες χειρονομίες των ανθρώπων.
Μεγάλη Παρασκευή, 18 Απρίλη 1941
Ωρωπός· στη σκάλα ένα σωρό κάσες και μπαγκάζια. Προσκυνούμε τον Επιτάφιο στη μικρή εκκλησιά κι έπειτα τρώμε κάτι σε μια ταβέρνα.
Μεγάλη Παρασκευή, 4 Μάη [1945]
Χτες στα Δώδεκα Ευαγγέλια. Φυσιογνωμίες του εκκλησιάσματος. Oταν φέρνουν τον Εσταυρωμένο και τον στήνουν, κρεμνούν στεφάνια από φιορόχαρτα και μιαν ηλεχτρική αμπούλα μαβιά σαν το φως συσκοτισμένων εμπολέμων δρόμων, άσκημη. Oμως κι αυτό, ύστερ’ από λίγο, δε με πειράζει· περνά μαζί με τ’ άλλα της ζωής μας.
Μεγάλο Σάββατο, 12 Απρίλη [1947]
Eχει πάρει τέτοιος χειμώνας που οι άνθρωποι έλεγαν χτες στον Επιτάφιο, «Καλά Χριστούγεννα».
Γιώργος Ιωάννου
Ο Επιτάφιος της Ομόνοιας
«Βγαίνοντας από την εκκλησιά ο Επιτάφιος, τράβηξε πρώτα πλάγια, χώθηκε μες στις γειτονιές με τα κλειστά ισόγεια, με τα χαμαιτυπεία του λιβανιού, και δεν τον είδαμε σχεδόν καθόλου, άλλωστε στην αρχή είναι μπουλούκι πάντοτε, ώσπου να συνταχθεί, να βρει τον ήχο του και το ρυθμό του, να πάρει ν’ αναδίνει μυρωμένο θάνατο, φτάνοντας στο κορύφωμα στο τελευταίο ιδίως στάσιμο, όπου όλοι έχουνε πιάσει πια το ρόλο τους, τον εκτελούνε στην εντέλεια, τόσο που θέλει χρόνο ολόκληρο για να εξατμισθεί αργότερα. Πάντως, ακούσαμε τις πρώτες νότες του ν’ απομακρύνονται και ήταν η μοναδική ίσως στιγμή που νιώσαμε ένα σφίξιμο, που μέναμε έτσι μακριά από το πλήθος και το συρφετό, ενώ εκεί ανήκαμε, μπορούσαμε να είμαστε κι εμείς κατόπι του, σηκώνοντας σκόνη τεφρή με τα ποδάρια μας, μα ώσπου να διαλογιστούμε αυτά, πιάσαμε θέσεις στο παράθυρο να δούμε τον λαμπρό του γυρισμό στο λαξευτό μνημείο του. Και όταν πήρε η κυκλοφορία να παραλύει, να προηγούνται τα μικρά παιδιά, ν’ ανάβουνε κεριά στα υψηλά πατώματα, ετοιμαστήκαμε κι εμείς να απολαύσουμε το μέγα θέαμα, στο σκότος μέσα της κρεβατοκάμαρας». (Απόσπασμα από το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Επιτάφιος θρήνος», που περιέχεται στην ομότιτλη συλλογή, εκδ. Κέδρος, 1980, 1985)






