Tο μπλακάουτ στο FIR της Αθήνας σηματοδότησε μια πρωτοφανή διακινδύνευση για την ασφάλεια των αερομεταφορών αλλά και την εθνική ασφάλεια της χώρας. Οι ομοιότητες του περιστατικού με το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών είναι τόσο πολλές που τρομάζουν.
Πρώτη ομοιότητα: Και στις δύο περιπτώσεις αγνοήθηκαν προκλητικά οι συνεχείς και επίμονες προειδοποιήσεις των εργαζομένων για τον ξεπερασμένο εξοπλισμό ασφαλείας και την ελλιπή συντήρησή του. Όσον αφορά το FIR, τα πιο νωπά προειδοποιητικά σήματα δόθηκαν σε Επιτροπή της Βουλής τον Οκτώβριο του 2024, όταν ο εκπρόσωπος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας ανέδειξε με δραματικούς τόνους το ζήτημα του εξοπλισμού, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τις ελλείψεις του προσωπικού που προέτασσε η ηγεσία της ΥΠΑ. Άλλωστε, μετά το 2023 καλύφθηκαν με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ πάνω από 30 θέσεις Ελεγκτών, χωρίς όμως οι προσλήψεις να επιλύσουν από μόνες τους τα δομικά λειτουργικά προβλήματα της υπηρεσίας. Ακριβώς η ίδια εξέλιξη με την κάλυψη των θέσεων ασφαλείας στον ΟΣΕ.
Δεύτερη ομοιότητα: Η ανεκτέλεστη σύμβαση για το νέο Σύστημα Καταγραφής Φωνής και Επικοινωνιών (VCRS) της ΥΠΑ υπογράφεται αρχές του 2019 με προοπτική εγκατάστασης το 2021, αλλά «μπαίνει στο συρτάρι» μετά τις εκλογές του 2019, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα ερωτήματα για τις σχέσεις αναδόχου – ηγεσίας του Υπουργείου. Από την άλλη πλευρά, οι προσπάθειες της παρούσας ηγεσίας να αναβιώσει η επίμαχη σύμβαση προσκρούουν στους συμβατικούς όρους και τους ελέγχους του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Όλα αυτά, ενώ η Ελλάδα έχει ήδη παραπεμφθεί από τον Δεκέμβριο του 2025 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μη Εφαρμογή του Κανονισμού 2018/1048 σχετικά με την ασφάλεια και τον εκσυγχρονισμό των αεροδρομίων. Θυμίζουν ή όχι όλα αυτά τη διαχείριση της αμαρτωλής σύμβασης 717;
Τρίτη ομοιότητα: Σε αμφότερα τα περιστατικά, τα προβλήματα στην ασφάλεια δεν είναι απλώς τεχνικά, αλλά ανάγονται σε θεσμικά και πολιτικά αίτια, στενά συνδεδεμένα με την πελατειακή ροπή του πολιτικο-διοικητικού μας συστήματος. Οι αδιαφανείς μηχανισμοί της διαπλοκής πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων λίγο ενδιαφέρονται για το αν τα έργα δουλεύουν, αν θα αντέξουν στον χρόνο ή αν θα βελτιώσουν την εξυπηρέτηση των πολιτών. Πρωτίστως κόπτονται για το ποιος θα αναλάβει το έργο και τι είδους ωφελήματα θα διανείμει στους διάφορους εμπλεκόμενους είτε στα υψηλά είτε στα χαμηλά υπηρεσιακά κλιμάκια. Στο περιβάλλον
γενικευμένης ανομίας και ιδιοτέλειας του νεο-πελατειασμού εξουδετερώνονται οι υγιείς στάσεις, ενώ οι θέσεις ευθύνης επιφυλάσσονται στα «ακίνδυνα» για τις πελατειακές ισορροπίες στελέχη. Η λύση είναι γνωστή και συχνά ενοχλητική για τις κυβερνήσεις: Πρώτον, να προχωρήσει η ουσιαστική αξιολόγηση των προϊσταμένων βάσει των αρχών της αξιοκρατίας και της αποτελεσματικότητας και δεύτερον, να εγκαταλειφθεί η μάστιγα των «έργων-βιτρίνας», στα οποία οι προμήθειες (εξοπλισμού, αδειών και εφαρμογών) εγκαταλείπονται στην τύχη τους μόλις «κοπούν οι κορδέλες» και να εφαρμοστούν κυλιόμενες μακροχρόνιες «συμφωνίες-πλαίσιο», με περιοδική αξιολόγηση των αναδόχων και έμφαση στη συντήρηση, την αναβάθμιση και την αποδοτική λειτουργία των εγκαταστάσεων.
Αυτά τα μέτρα αποκτούν πλέον μια δραματική επικαιρότητα, όχι μόνο διότι κάθε δυσλειτουργία μπορεί να μεταφραστεί σε μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, αλλά και γιατί η διαχείρισή τους αφορά την εξωτερική πολιτική και την πολιτική εθνικής ασφάλειας και άμυνας της χώρας. Αν είναι να ξεκινήσει από κάπου η ανασύνταξη του «κούφιου κράτους» (hollow state) που διαθέτουμε, τότε ας γίνει σε τομείς που συνδέονται λιγότερο με την τρέχουσα πολιτική ατζέντα και τους καταναγκασμούς του εκλογικού κύκλου. Και οι συναινέσεις θα επιτευχθούν ευκολότερα και το νέο «παράδειγμα» θα εμπεδωθεί με μικρότερες τριβές. Τόλμη χρειάζεται.





