Ο έρωτας βρίσκεται στο επίκεντρο της «Αστερόσκονης» της Χριστίνας Ματθαίου, ενός έργου που επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Σημείο. Στην παράσταση, η έννοια της αστερόσκονης λειτουργεί ως μεταφορά για όσα αφήνει πίσω του ένας έρωτας: μνήμες, συναισθήματα, αποτυπώματα που επιμένουν ακόμη κι όταν μια σχέση έχει ολοκληρωθεί. Στη σκηνή, ζωντανεύουν πέντε ερωτικές ιστορίες, τοποθετημένες σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας, συνθέτουν ένα κοινό σύμπαν, όπου άνθρωποι και χρονικότητες συναντιούνται γύρω από την ίδια, διαχρονική ανάγκη για αγάπη και σύνδεση.
Οι ιστορίες αυτές συνομιλούν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα μωσαϊκό σχέσεων και εμπειριών που εκτείνονται στον χρόνο και στον χώρο. Χωρίς να εγκλωβίζονται σε συγκεκριμένα πρότυπα ή στερεότυπα, φωτίζουν την ποικιλία των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι αγαπούν, πλησιάζουν, απομακρύνονται και επαναπροσδιορίζονται.
Μέσα από αυτή την πολλαπλότητα, η «Αστερόσκονη» αναδεικνύει τη σταθερή παρουσία του έρωτα στη ζωή μας — άλλοτε ως δύναμη έλξης, άλλοτε ως σημείο καμπής, άλλοτε ως μνήμη που επιμένει. Έναν έρωτα που αλλάζει πρόσωπα και συνθήκες, αλλά παραμένει αναγνωρίσιμος σε κάθε εποχή. Ενεργοποιεί μνήμες και εμπειρίες που συχνά παραμένουν σιωπηλές εστιάζοντας σε όσα μένουν όταν η ένταση υποχωρεί: τις αποστάσεις που διανύθηκαν, τις συναντήσεις που καθυστέρησαν, τα σημάδια μιας οικειότητας που χάθηκε ή μεταμορφώθηκε.

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Μαρίνος Ευτυχίου, Λίνα Λαζαρή, Μανόλης Μαυρομάτης, Ελευθερία Παγκάλου και Μαριαλένα Σκαρώνη ενώ επίσης ακούγονται οι φωνές των Άρτεμις Γρύμπλα και Μπάμπη Αλεφάντη. Όλοι αυτοί, μιλούν στα «Νέα» για τους ρόλους τους.
Χριστίνα Ματθαίου
Η «Αστερόσκονη», το δεύτερο έργο που παρουσιάζω στο κοινό, είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου και μια βαθιά προσωπική κατάθεση. Μιλά για τον έρωτα όπως αυτός βιώθηκε και εκφράστηκε στην Ελλάδα σε διαφορετικές εποχές∙ όπως τον γνωρίζουμε μέσα από τους μύθους, αλλά και μέσα από τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων. Κάθε εποχή έχει τα δικά της αισθητικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά, όμως όλες συνυπάρχουν μέσα σε ένα κοινό κόσμο. Το νήμα που τις ενώνει είναι οι αφηγήσεις για το σύμπαν, τα άστρα και τους πλανήτες . Γιατί, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι ιστορίες, όλοι οι άνθρωποι που ερωτεύτηκαν –σε κάθε εποχή– το έκαναν κάτω από τα ίδια άστρα.
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια ιστορία. Όταν ξεκίνησα να γράφω την «Αστερόσκονη», ήμουν σίγουρα πιο συνδεδεμένη με την ιστορία του 1950, που είναι η ιστορία των παππούδων μου, και με την ιστορία του 2025, που ήταν ουσιαστικά η δική μου. Σήμερα όμως, που παρουσιάζω ξανά το έργο ανανεωμένο και διαφορετικό, νιώθω ότι δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω καμία. Οι άνθρωποι που εμφανίζονται σε κάθε ιστορία έχουν γίνει μέρος του εαυτού μου. Τους νιώθω πολύ δικούς μου. Τους καταλαβαίνω, τους δικαιολογώ, γελάω και θυμώνω μαζί τους. Και μέσα από αυτούς συνειδητοποιώ πόσο διαφορετικός μπορεί να είναι ο έρωτας: παιδικός, αθώος, εμμονικός, απόλυτος, μονόπλευρος, αστείος. Όλα αυτά τα ετερόκλιτα στοιχεία συνυπάρχουν και το αντιλαμβάνεσαι και μόνο κοιτώντας το σκηνικό χώρο που αποτελείται από αντικείμενα με τα οποία, ανά τους αιώνες, ο άνθρωπος προσπάθησε να εκφράσει τον έρωτα. Και νομίζω πως αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που κάνουν την «ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ» να αγγίζει τόσο πολύ το κοινό. Εκφράζει τον έρωτα με τόσους διαφορετικούς τρόπους, που δύσκολα δεν θα συνδεθεί κανείς έστω με μία από τις ιστορίες. Και ακόμα κι αν δεν συνδεθεί, φεύγοντας από το θέατρο πιστεύω ότι θα έχει αναρωτηθεί, έστω για ένα λεπτό, «πώς μοιάζει τελικά ο έρωτας;». Αυτό το αρχέγονο συναίσθημα που κινεί τον κόσμο. Και, ίσως, να αναρωτηθεί και κάτι ακόμα πιο προσωπικό: «πότε ερωτεύτηκε τελευταία φορά;»
Μαριαλένα Σκαρώνη
Η αλήθεια είναι ότι στην παράσταση όλοι και όλες ερμηνεύουμε πολλούς διαφορετικούς ρόλους, καθώς στο έργο αφηγούμαστε πέντε διαφορετικές ιστορίες έρωτα από διάφορες χρονικές περιόδους της Ελλάδας. Οπότε ίσως από το να μιλήσω για έναν από τους ρόλους να έχει περισσότερο νόημα να μιλήσω για αυτή ακριβώς τη συνθήκη. Της αλλαγής των ρόλων. Είναι για όλους μας ένα υπέροχο παιχνίδι που χρειάζεται ακρίβεια, τρέξιμο και γρηγοράδα. Τα κοστούμια και η συνθήκη αλλάζουν αστραπιαία, γεγονός που μας κρατάει σε τρομερή εγρήγορση. Και νομίζω πως από τη μέχρι τώρα επαφή με το κοινό, αυτό είναι κάτι που και εκείνο απολαμβάνει. Τώρα σχετικά με την σκηνή που ίσως είναι πιο αγαπημένη μου θα πω την ιστορία των 50s. Είναι ο έρωτας για μένα με όλη τη σημασία της λέξης. Αλλά δεν νομίζω ότι μπορώ να πω περισσότερα. Απλά αυτό. Είναι ο έρωτας.
Μανόλης Μαυρομάτης
Είμαι πολύ χαρούμενος που ταξιδεύω ξανά στο σύμπαν της ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗΣ και που ξανασυναντώ όλους αυτούς τους ανθρώπους, υπαρκτούς και φανταστικούς. Μαζί με τη Λίνα, τον Μαρίνο, την Ελευθερία και τη Μαριαλένα περνάμε όλοι μας από αρκετούς και διαφορετικούς χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, όμως υπάρχει μια ιστορία που με έχει συγκινήσει ιδιαίτερα. Αυτή του Γιώργου και της Μέμης. Η απόλυτη ιστορία Αγάπης, κατ’ εμέ. Από τις ιστορίες που κάνουν ακόμη και τον πιο κυνικό, απέναντι σε αυτό που αποκαλούμε Έρωτα, να πιστέψει σε αυτόν, κυρίως γιατί είναι πραγματική. Σε μια εποχή που τους ανθρώπους ένωνε το προξενιό και η ανάγκη για επιβίωση, εκείνοι ερωτεύθηκαν. Αντιστάθηκαν. Και πορεύθηκαν μαζί. Ό,τι εμπόδια και δυσκολίες κι αν εμφανίστηκαν στον δρόμο τους, εκείνοι τα αντιμετώπισαν και τα ξεπέρασαν. Μαζί. Δύο άνθρωποι που ενώθηκαν, μάλλον, επειδή το ήθελε το Σύμπαν. Αν, λοιπόν, ο άνθρωπος που κοιτάζει τ ‘αστέρια είναι το Σύμπαν που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του, όπως λένε, τότε ο Γιώργης όταν πρωτοείδε τη Μέμη ήταν το μέσον του Σύμπαντος για να ερωτευθεί τον εαυτό του. Αυτή η ιστορία είναι γεμάτη αγάπη, χιούμορ και θέληση για ζωή. Αυτή η ιστορία είναι για σένα. Και είναι γεμάτη με Αστερόσκονη.
Λίνα Λαζαρή
Μια φίλη μου ηθοποιός που παρακολούθησε μια από τις τελευταίες πρόβες της Αστερόσκονης, μου είπε : “Είναι παράσταση που την ζηλεύει ο ηθοποιός, θα ήθελα πολύ να παίζω σε αυτήν”. Αυτή η φράση συμπυκνώνει για μένα το τι είναι αυτή η παράσταση για τους ηθοποιούς της. Η Χριστίνα γράφει πέντε διαφορετικές ιστορίες, και μας καλεί να ταξιδέψουμε σε όλες τις εκφάνσεις του έρωτα, σε όλες τις εποχές του. Η εναλλαγή των ρόλων που απαιτεί αυτό το έργο, είναι για μένα κάτι περισσότερο από απολαυστική. Είναι η ακριβής σημασία του παιχνιδιού, και κατ´ επέκταση η ουσία της δουλειάς μας. Μέσα σε μιάμιση ώρα αλλάζω πέντε κοστούμια, συναντιέμαι με πέντε διαφορετικούς χαρακτήρες, και ταξιδεύω σε πέντε σύμπαντα. Και όλα αυτά, για να μιλήσω γι’ αυτό το μυστήριο πράγμα που λέγεται έρωτας. Έχω αγαπήσει πολύ αυτή τη δουλειά και νιώθω ότι θα ήμουν άδικη αν ξεχώριζα έναν ρόλο από αυτούς που ενσαρκώνω. Αυτό που μπορώ όμως να πω με σιγουριά, είναι ότι απολαμβάνω ιδιαίτερα τις στιγμές που βρισκόμαστε και οι πέντε ηθοποιοί της Αστερόσκονης πάνω στη σκηνή. Και λέγοντας αυτό, ίσως τελικά η αγαπημένη μου σκηνή να είναι η τελευταία. Εκεί που τα πράγματα συγυρίζονται. Το σημείο εκείνο που το σώμα μου κουβαλάει ό,τι έχει βιωθεί μέχρι τώρα, και συναντιέται με τα υπόλοιπα σώματα, μέχρι να έρθει η επόμενη παράσταση και να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Έτσι κι αλλιώς, αυτό δεν συμβαίνει και στον έρωτα;»
Ελευθερία Παγκάλου
Ειλικρινά, είναι τόσοι πολλοί και τόσο διαφορετικοί οι ρόλοι που ο καθένας μας κάνει σε αυτήν την παράσταση, που είναι πολύ δύσκολο να πεις «ο ρόλος μου». Δύο, όμως, από τους χαρακτήρες που υποδύομαι είναι αυτοί που με αγγίζουν, ο καθένας με εντελώς διαφορετικό τρόπο, σ αυτό το έργο. Αρχικά η Μέμη, η ιστορία των παππούδων της Χριστίνας, που γράφει και σκηνοθετεί το έργο, και τοποθετείται στην Κεφαλλονιά στη δεκαετία του ‘50, είναι ένας χαρακτήρας με μια πορεία που δεν μπορεί να μη σε αγγίξει. Το περίεργο που μου συνέβη μ’ αυτόν το ρόλο είναι ότι δεν έχω καταφέρει (απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ) ούτε μια φορά να μείνω ασυγκίνητη. Απ’ την πρώτη φορά που τον διάβασα, έπειτα στην πρώτη πρόβα αλλά μέχρι και το νέο ανέβασμα του έργου που ξεκινάμε τώρα, δεν μπορεί να μ’ αφήσει χωρίς ένα δάκρυ στα μάγουλα ή ένα ανατρίχιασμα στο σώμα μου. Είναι τόσο ολοκληρωμένος ο χαρακτήρας και η πορεία αυτής της ιστορίας αλλά κυρίως τόσο αληθινός και ανθρώπινος απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του που δε σ’ αφήνει να μην τον «ακούσεις». Ο δεύτερος αγαπημένος ρόλος μου στην παράσταση είναι η Βούλα που τοποθετείται στη δεκαετία του ‘80. Για την γυναίκα αυτή δεν μπορώ να πω πολλά γιατί είναι άδικο να κάνω σπόιλερ. Πρέπει κάποιος να δει την παράσταση για να καταλάβει. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι κατάφερα να βγάλω πραγματικά όλη την τρέλα και την όρεξη μου γι’ αυτό το κομμάτι που, νομίζω, πως θα μου μείνει αξέχαστο για μια ζωή. Αν πρέπει να επιλέξω αγαπημένη σκηνή, αναπόφευκτα θα είναι η ιστορία της Κεφαλλονιάς. Γιατί θα ήθελα όσο τίποτα να ζήσω όσα κατάφερε να ζήσει και να νιώσει η Μέμη…
Μαρίνος Ευτυχίου
Ο Βαγγέλης είναι ένα νεαρό παιδί που ζει στην Αθήνα των δοξασμένων ’80s. Ερωτεύεται κι εκείνος τον δικό του αστέρα, έναν διάσημο άντρα της εποχής, τον οποίο βλέπει τυχαία στο εξώφυλλο ενός περιοδικού. Με αφορμή αυτόν τον τυχαίο έρωτα, ξεκινά μια μανιώδης αλλά και αποκαλυπτική αναζήτηση στη νυχτερινή Αθήνα της εποχής. Η περιπλάνηση αυτή καταλήγει με τον Βαγγέλη, τον χαρακτήρα που υποδύομαι, να ανακαλύπτει ότι έχει κολλήσει τον ιό HIV και να βρίσκεται στην απομόνωση. Για εμένα, αυτή η σκηνή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μέσα από το χιούμορ και τη νοσταλγία μιας Ελλάδας που πια δεν υπάρχει, φωτίζεται ένα κομμάτι της ιστορίας που συχνά αποσιωπάται. Ένας ολόκληρος κόσμος που στιγματίστηκε, που αρρώστησε και πέθανε μόνος του. Μια queer όψη της Αθήνας που έσφυζε από ζωή, μέχρι που ο φόβος την κατηγόρησε και την οδήγησε στην απομόνωση. Μπορούμε άραγε εμείς σήμερα να αντιληφθούμε τις ευθύνες που κουβαλάμε; Συνειδητοποιούμε ότι ο έρωτας και η αγάπη είναι πολιτική; Άλλωστε το σκοτάδι που απλώνεται και στη δική μας εποχή μας υπενθυμίζει συνεχώς ότι η τρυφερότητα είναι πια πράξη επαναστατική. Η ερωτική μανία περπατά χέρι-χέρι με την αυτοκαταστροφή και την ανάγκη να αποδείξει κανείς ότι, μέσα σε όλη τη σκοτεινιά του κόσμου, έζησε. Έντονα, γεμάτα και με την ορμή ενός διάττοντα αστέρα λίγο πριν σβήσει. Εμείς αφηγούμαστε τις ιστορίες μας με τη λαχτάρα να ακουστούν, να υπάρξουν, κι ας χαθούν μετά. Εσείς, είστε ανοιχτοί να τις ακούσετε;






