• Ξεκινά η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης στην Ελλάδα με την υπογραφή της σύσσωμης Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, παρά την προβλεπόμενη ανάγκη για 50 υπογραφές σύμφωνα με το Σύνταγμα.
  • Θα πραγματοποιηθεί συνεδρίαση στην Ολομέλεια της Βουλής για την έγκριση της Επιτροπής Αναθεώρησης, η οποία αναμένεται να ολοκληρώσει το έργο της σε περίπου τρεις μήνες, με τις σημαντικότερες ψηφοφορίες να τοποθετούνται γύρω στις αρχές Ιουλίου και μετά το καλοκαίρι.

Μια πολυεπίπεδη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης ξεκινά για τη χώρα, μετά το μήνυμα του Πρωθυπουργού για την επίσημη έναρξη των σχετικών διαδικασιών. Αν και το Σύνταγμα απαιτεί 50 υπογραφές για την κατάθεση πρότασης, εκτιμάται ότι θα την υπογράψει σύσσωμη η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας.

Θα ακολουθήσει συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής για την έγκριση της σύστασης της Επιτροπής Αναθεώρησης, η οποία στη συνέχεια θα ξεκινήσει τις εργασίες της. Η διαδικασία αναμένεται να διαρκέσει περίπου τρεις μήνες. Οι ψηφοφορίες εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθούν τον Ιούλιο και μετά την επανέναρξη των εργασιών της Βουλής, ύστερα από τις θερινές διακοπές.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον ένας μήνας μεταξύ των δύο Βουλών, ενώ συμμετέχουν ενεργά και οι δύο στη διαδικασία αναθεώρησης. Όπως σημείωσε ο δημοσιογράφος Γιώργος Λυκουρέντζος μιλώντας στις ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ, «παρότι η πρώτη Βουλή δεν δεσμεύει ως προς την τελική κατεύθυνση των άρθρων που τίθενται προς αναθεώρηση, αποτελεί το πεδίο μιας ουσιαστικής και εκτενούς συζήτησης, κατά την οποία όλα τα πολιτικά κόμματα καλούνται να τοποθετηθούν δημόσια και με σαφήνεια επί των προτάσεών τους».

Διαβάστε ακόμα: Ο Μητσοτάκης στήνει εκλογικά διλήμματα – Το «χάος», το Σύνταγμα, η προεδρία της ΕΕ

Φουντεδάκη: Όλα τα σενάρια για τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης

Το ενδεχόμενο ακύρωσης της συνταγματικής αναθεώρησης σε περίπτωση μη σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές τέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης, με την καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Πηνελόπη Φουντεδάκη, να διευκρινίζει ότι κομβικό στοιχείο δεν είναι απλώς η ύπαρξη επόμενης Βουλής, αλλά το αν αυτή θα συνέλθει σε τακτική σύνοδο. Εφόσον υπάρξει σύνοδος, τότε μπορεί να συνεχιστεί η αναθεώρηση· εάν όχι, η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει. Το κρίσιμο σημείο εντοπίζεται στη συνταγματική πρόβλεψη που αναφέρεται ρητά στην «πρώτη σύνοδο της επόμενης Βουλής». Την ίδια στιγμή, τονίστηκε ότι το Σύνταγμα δεν ρυθμίζει με απόλυτη σαφήνεια τι συμβαίνει σε περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης και επαναληπτικών εκλογών, ούτε προβλέπει αυτομάτως ότι η Βουλή συνέρχεται και διαλύεται χωρίς σύνοδο. Θεωρητικά, υπάρχει η δυνατότητα συγκρότησης και λειτουργίας της Βουλής ακόμη και χωρίς σχηματισμένη κυβέρνηση, καθώς πρόκειται για δύο διακριτές διαδικασίες. Ωστόσο, υπογραμμίστηκε ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι πολιτικά εξαιρετικά δυσχερής στην πράξη, καθώς οι αποφάσεις αυτές έχουν έντονο πολιτικό χαρακτήρα και εναπόκεινται στην ίδια τη Βουλή.

Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση βρίσκεται ακόμη στην αρχή και δεν έχει ολοκληρωθεί, παρά τη δημόσια εικόνα που έχει διαμορφωθεί. Μέχρι στιγμής έχουν διατυπωθεί προθέσεις και όχι τελικές προτάσεις, ενώ υπογραμμίστηκε ότι απαιτείται ευρεία κοινοβουλευτική συναίνεση, καθώς δεν υπάρχει άλλη κοινοβουλευτική ομάδα με τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών για αυτόνομη κατάθεση πρότασης αναθεώρησης.

Γιατί τα μη κρατικά πανεπιστήμια τίθενται στο Σύνταγμα

Στο ερώτημα γιατί η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων δεν ρυθμίζεται με νόμο αλλά τίθεται σε συνταγματικό επίπεδο απάντησε η κ. Φουντεδάκη η οποία υπογράμμισε ότι στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο των 48 χωρών που ακολουθούν τη διαδικασία της Μπολόνια, η μορφή και λειτουργία των πανεπιστημίων δεν προβλέπεται από τα Συντάγματα. Εξαιρέσεις αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως η Γερμανία, ενώ σε καμία χώρα δεν υπάρχει συνταγματική απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Πρόσθεσε ακόμη ότι η Ελλάδα, μαζί με τη Δανία –η οποία πλέον έχει καταργήσει το σχετικό μονοπώλιο– αποτέλεσε εξαίρεση στη συνταγματική κατοχύρωση αποκλειστικά δημόσιων πανεπιστημίων.

Άρθρο 86: Eυθύνη υπουργών και ρόλος της Βουλής

Σε ό,τι αφορά το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, τονίστηκε ότι το Σύνταγμα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντιθετικές ανάγκες: αφενός την απόδοση δικαιοσύνης σε πρόσωπα με κυβερνητική εξουσία και αφετέρου τη δυνατότητα των υπουργών να ασκούν απρόσκοπτα τα καθήκοντά τους. Επισημάνθηκε ότι η πλήρης κατάργηση κάθε φίλτρου της Βουλής και η απευθείας παραπομπή όλων των υποθέσεων στη Δικαιοσύνη αποτελεί μια λύση που εφαρμόζεται σε άλλες χώρες, χωρίς ωστόσο να θεωρείται κατ’ ανάγκην κατάλληλη για το ελληνικό σύστημα.

Αναφορά έγινε επιπλέον σε ένα μικτό μοντέλο, όπου η Δικαιοσύνη διενεργεί προκαταρκτική έρευνα και, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι δίωξης, απευθύνεται στη Βουλή για σχετική άδεια, χωρίς η τελευταία να λειτουργεί ως εισαγγελέας. Υπενθυμίστηκε ότι στην περίπτωση της βουλευτικής ασυλίας, η αλλαγή του κριτηρίου έχει οδηγήσει πλέον στην άρση της ασυλίας στο 97% των αιτημάτων.

Άρση μονιμότητας στο Δημόσιο και αξιολόγηση

Η συζήτηση για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο συνδέθηκε με την αξιολόγηση, με την επισήμανση ότι το Σύνταγμα έχει ήδη υπερφορτωθεί με λεπτομερείς ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας. Τονίστηκε ότι η μονιμότητα αυτή καθαυτή δεν συνιστά πρόβλημα. Πρόβλημα δημιουργείται όταν εκλαμβάνεται ως αυτονόητη, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δημόσιοι υπάλληλοι απουσιάζουν από την εργασία τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς συνέπειες. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι οι ανισότητες στην απόδοση των υπαλλήλων συνδέονται άμεσα και με τον τρόπο οργάνωσης του κράτους, όπως για παράδειγμα με την κατανομή προσωπικού σε υπηρεσίες με μειωμένο ή αυξημένο φόρτο εργασίας.

Ως κρίσιμο ζήτημα αναδείχθηκε η ανάγκη ορθολογικής αξιοποίησης της μονιμότητας σε συνδυασμό με τη λειτουργία της αξιολόγησης. Υπογραμμίστηκε ότι μέχρι σήμερα η αξιολόγηση δεν έχει αποδώσει απτά αποτελέσματα, καθώς δεν υφίσταται μια διαδικασία με σαφή, αντικειμενικά και λειτουργικά κριτήρια που να οδηγεί σε ουσιαστικές αποφάσεις.

Όπως υπογραμμίστηκε, η έννοια της μονιμότητας και η έννοια της απόλυσης αποτελούν δύο διακριτά ζητήματα, τα οποία δεν είναι σαφές πώς μπορούν να συνδεθούν άμεσα μεταξύ τους σε συνταγματικό επίπεδο.

Μποτόπουλος: Η ανάγκη για συναίνεση – Τι ισχύει για την άρση της μονιμότητας

Ο συνταγματολόγος, Κωνσταντίνος Μποτόπουλος επισήμανε μιλώντας στο ΕΡΤnews και το NEWSROOM ότι δεν υπάρχει άμεση ανάγκη για ριζική αλλαγή του Συντάγματος, καθώς έχει ήδη υποστεί σημαντική αναθεώρηση το 2001 και θεωρείται υγιές και λειτουργικό. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι αλλαγές δεν αποτελούν πανάκεια για την επίλυση θεσμικών ή πολιτικών προβλημάτων στη χώρα.

Την ίδια ώρα επεσήμανε πως στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 86 για τη ευθύνη υπουργών, χαρακτηρίζοντάς το το πιο πολυαναθεωρημένο άρθρο προτείνοντας πως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αποσυνδεθεί τελείως από την εκδίκαση η Βουλή και να έχουμε μια άδεια της Βουλής, γιατί αλλιώς θα είχαμε τον κίνδυνο να γίνεται καταχρηστική δίωξη και άσκηση δίωξης κατά υπουργών, και από κει και πέρα να πηγαίνουμε σε δικαστές.

Άρθρο 103: Μονιμότητα και αξιολόγηση

Σχετικά με το άρθρο 103, που αφορά τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τονίστηκε ότι η σύνδεση της μονιμότητας με αξιολόγηση και κυβερνητική παρέμβαση χρειάζεται προσεκτική προσέγγιση. Η συνταγματική πρόβλεψη επιτρέπει και σχέσεις ιδιωτικού δικαίου εντός του Δημοσίου, ενώ η αξιολόγηση μπορεί να γίνεται ήδη με υπάρχοντες νόμους χωρίς να θίγεται η δημοκρατική κατάκτηση της μονιμότητας.

Ο πρώην πρόεδρος της ΟΛΜΕ, κύριος Νικηφόρος Κωνσταντίνου, εξήγησε ότι οι νόμοι 49/2022 και 52/2025 έχουν ήδη συνδέσει την αξιολόγηση με τη μονιμοποίηση: οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εκπαιδευτικοί που αρνούνται να συμμετάσχουν σε δύο διαδοχικές αξιολογήσεις αντιμετωπίζουν πειθαρχικά μέτρα, που μπορεί να φτάσουν μέχρι και την οριστική παύση από τη θέση τους.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.